Το έθιμο της Σιντιάνκας στην Ανατολική Ρωμυλία


«Σιντιάνκα» σημαίνει καθισμένες


"Από τη Θράκη του Ορφέα & του Διονυσου"
Σκοποί και τραγούδια της Ανατολικής Ρωμυλίας
(Βόρειας Θράκης)
Συλλογή τραγουδιών -κείμενα ,επιμέλεια έκδοσης -παραγωγής
Γιάννης Πραντσίδης

Μοναστηριώτικο τραγούδι «της σιντιάνκας». Τραγουδουν η Ευαγγελια Λαπουδη και η Κυριακη Λαπουδη , φλογέρα παιζει ο Χρηστος Καλτσουνας από το Μεγαλο Μοναστηρι Λαρισας.

Ξένους απού ΄νι σ’ν ξινιτιά πρέπει να βαστά μαύρα
Μαύρους ήταν, μαύρα βαστά, μαύρουν καβαλικεύει.
Του μαύρου καβαλίκιβιν τριών χρουνών πουλάρι,
Τη στράτα στράτα πήγνιν, του Θιο παρακαλούσιν:
«Κύρκου μ’ να βρου την κόρη μου του βράδυ να κοιμάτι».
Καταπώς παρακάλισιν,έτς(ι) κι τη βρίσκει .
«Βάλι, κόρη μ’ κρυιό νιρό να πιου κι ΄γω κι ι μαύρους μου»
Σαράντα κόφις* τράβηξιν, στα μάτια δε του κοίταξιν,
Κι άλλις σαράντα τέσσερις, στα μάτια τουν κοιτάζει.
Στα μάτια μον’ τουν κοίταζιν κι βαρουναστινάζει
«Τα’ έχεις , κόρη μ΄, κι θλίβισι κι βαριουναστινάζεις;
Mήνα-ν η μανα σ΄πέθανιν , μήνα-ν  ι  τάτουιζ * χάθειν;
Μήνα-ν απού τ’ αδέρφια σου κανένας τούρκους ίνγκιν;*»
«Ν-άντραν έχου στην ξινιτιά τώρα δώδικα χρόνια
Κι αν δε φανεί κι αν δεν δα ρθει , καλόγρια δα γίνου,
Σι μαναστήρι δα κλειστού κι μαύρα δα τα βάψου».
 Κόφα=κουβάς
Τάτους –τάτης =πατέρας
Ίνγκιν=έγινε
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



"Sintianka"
"Sintianka" was the night work of the women starting from September till the first cold of October and it was more a habit than a custom.

Women of all ages were gathered in crossroads or in squares, they turned on fires and sat around them. They took their distaffs or their spindles in order to spin wool and make spinners.

Its objective was mainly social as it constituted a type of a bride bazaar. In sintiankas, unmarried girls were accompanied by their mother, their married sisters or their aunts. During the night, boys were also gathered and promenaded around girls, and they discussed which girl they were going to marry.

"Sintiankas" lasted until midnight. The unmarried boys and girls had more freedom at this period, because their fathers were away in the mountains, in order to bring woods for the winter.


The song of the girls had particular lyrics and a special style of interpretation. It should be long, penetrating, to be heard loud in the night, in order to send its love messages to the chosen one.


"Σιντιάνκα» ήταν η νυχτερινή εργασία των γυναικών που αρχιζε από τον Σεπτέμβριο μέχρι τα πρώτα κρύα του Οκτώβρη και ήταν περισσότερο μια συνήθεια παρα ένα έθιμο.
Όταν επεφτε η νυχτα οι γυναίκες όλων των ηλικιών συγκεντρώνονταν  στα σταυροδρόμια ή στις πλατείες.Εκει άναβαν φωτιές και κάθονταν γύρω τους. Με τις ροκες στα χερια τους και τα αδραχτια εγνεθαν το μαλλι .Με το νημα αυτό υφαιναν αργοτερα τα βαρια ρουχα (σαλβαρια και τσουκνες ) που φορουσαν για να προστατευτουν από το βαρυ χειμωνα . Η μαζωξη αυτή ειχε εναν εντονο κοινωνικο χαρακτηρα και δεν αποτελουσε απλα μια εκδηλωση ενοτητας και αλληλεγγυης. Λειτουργουσε κι ως ένα ειδος νυφοπαζαρου. Τα αγαμα κοριτσια συνοδευομενα  από τις μητερες τους , τις παντρεμενες αδερφες τους ή θείες τους ειχαν την ευκαιρια να γνωριστουν καλυτερα με τ’ ανυπαντρα  αγορια τα οποια κατά τη διαρκεια της νυχτας συγκεντρωνονταν γυρω τους προς αναζητηση της «καλης» τους .  Τουτη η διαδικασια αναδεικνύει μερος της ελευθερης βουλησης που επικρατουσε στη νοοτροπια των ανατολικορωμυλιωτων. Ωστοσο κι η απουσια των πατεραδων ,οι οποιοι πολλες φορες τη συγκεκριμενη χρονικη περιοδο ελειπαν μακρια στα βουνα ωστε να φερουν τη απαιτουμενη ξυλια που χρειαζονταν η οικογενεια τους για ν αντιμετωπισει το χειμωνα,διευκολυνε αυτή την επαφη .
    Οσο διαρκουσε η «σιντιανκα» οι γυναικες τραγουδουσαν. Ξεχωριζαν τα τραγουδια των κοριτσιων τα οποια ειχαν ιδιαιτερους στιχους και υφος στην ερμηνεια τους. Οι φωνες τους θα επρεπε να είναι μακριές και διεισδυτικές  ώστε να μπορουν ν ακουγονται δυνατα μεσα στη νυχτα .Ηταν ο τροπος για να στειλουν τα μηνυματα αγαπης τους προς τον εκλεκτο της καρδιας τους.
Διαβαζοντας τα παραπανω ευκολα κανεις  μπορει να φανταστει την εικονα και να ταξιδεψει πισω στο χρονο. Κι αξιζουν στ αληθεια τετοια ταξιδια…
(για τη συνθεση αυτή τα στοιχεια που χρησιμοποιησα ανηκουν στη σελιδα του δημου της Λαρισας 

Στον Παρατηρητη της Θρακης αναφερονται τα εξης :
Η «Σιντιάνκα» πραγματοποιούνταν τέλος του καλοκαιριού και μέχρι και τις αρχές του Οκτώβρη περίπου. Μετά την κούραση των ημερών εκείνων, του μόχθου και της κούρασης, η σιντιάνκα ήταν μια ανάσα χαράς, τραγουδιού, κεφιού, συνάντησης των ανθρώπων της γειτονιάς, οι οποίες και αποφάσιζαν να κάνουν την σιντιάνκα σε ένα ανοικτό χώρο της γειτονιάς, όπου μαζεύονταν όλοι, γέροι, νέοι, παιδιά, παντρεμένοι και ελεύθεροι. Ο καθένας από αυτούς είχε το ρόλο του, ήταν μια παράσταση χωρίς κείμενο.

Οι άνδρες έφερναν δεμάτια από τα θερισμένα στάχια και σουσαμόριζες και άναβαν μια μεγάλη φωτιά. Οι μεγάλες γυναίκες καθόντουσαν γύρω από τη φωτιά και έκαναν διάφορες δουλειές, τις οποίες έφερναν από τα σπίτια τους, γνέσιμο, πλέξιμο, ανάγριμα μαλλιού, τυλιγάδιασμα, και φυσικά τραγουδούσαν. Και αυτό γιατί οι γυναίκες εκείνης της εποχής ποτέ δεν καθόντουσαν χωρίς να δουλεύουν γιατί αλλιώς δεν τα προλάβαιναν μια και όλα περνούσαν από τα χέρια τους. Έπαιρναν λοιπόν καλλίφωνες και τη δουλειά τους στη σιντάνκα και δούλευαν και τραγουδούσαν. Αυτές που ήταν καλήφωνες τραγουδούσαν πρώτες και οι άλλες δυο- δυο, τρεις – τρεις έπαιρναν τα στιχάκια και τα επαναλάμβαναν.
Η δε φωτιά ήταν δυνατή και όπως έλεγαν έφεγγε ο τόπος, γιατί αντικαθιστούσε και το ηλεκτρικό φως που τότε δεν υπήρχε.

Οι μεγάλοι άντρες παρακολουθούσαν, τα δε παιδιά έπαιζαν. Οι νέοι και οι νέες χόρευαν με τα τραγούδια που τραγουδούσαν οι γυναίκες. Τα τραγούδια ήταν βγαλμένα από τη ζωή τους. Με έμμεσο δε τρόπο εκεί γίνονταν και τα προξενιά, γιατί οι μεγάλες γυναίκες καθώς παρακολουθούσαν τους νέους και τις νέες ταίριαζαν ζευγάρια με το μυαλό τους. Μετά συνέθεταν ένα σκωπτικό τραγούδι που αφορούσε στο ζευγάρι και ανέφεραν σε αυτό τα ονόματά τους και ανάλογα με τη συμπάθεια που είχε το παλικάρι στο κορίτσι έδινε κάποια απάντηση, η οποία και αποτελούσε την αρχή της συμπάθειας και αν ταίριαζαν πολύ γρήγορα γινόταν και ο γάμος. Τότε οι γάμοι γίνονταν φθινόπωρο και χειμώνα που σταματούσαν οι δουλειές.

Επίσης έκαναν και διάφορα αστεία γύρω από τη φωτιά. Κάποιες πηδούσαν και πάνω από τη φωτιά κάνοντας αστεία και με αυτό τον τρόπο διασκέδαζαν και περνούσαν την ώρα τους. Με γέλια. Γιατί το γέλιο, χωρίς να το γνωρίζουν επιστημονικά, το ένοιωθαν ότι είναι ο καλύτερος γιατρός και τους σώματος και της ψυχής.

Έτσι λιτά χωρίς έξοδα αλλά με πολύ κέφι, χαρά, ζωντάνια περνούσαν αυτές τις νύχτες της «σιντιάνκας», οι οποίες τους αναζωογονούσαν τους έδιναν δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσουν το δύσκολο αγώνα της ζωής τους χωρίς γογγυσμούς και γκρίνιες, μα με χαρά και ευχαριστία προς το θεό που τους χάρισε άλλη μια μέρα ζωής.
Κάτι που εμείς με όλα τα καλά μας ξεχνάμε να το κάνουμε και για αυτό μες τα πλούτη μας και τις ανέσεις μας είμαστε μίζεροι χωρίς κέφι και χαρά».


Παναηρίτς ήταν πολλοί/
Κι ο τόπος ήταν λίγος
Σαράντα δίπλες ο χορός/
κι εξήντα τα τραπέζια
Ούλ’ έτρωγαν κι ούλ έπιναν/
κι ούλοι χαιροκοπιούνταν
Κι ούλ’ το Θεό παρακαλούν /
Τον Κύριο δοξάζουν
Μπουλάκ’ να μην έρθει ο τσάμπουλας/
και μας χαλάσει το παναήρι
Τον λόγο δεν απόσωσαν/
τη συντυχιά δε λένε
Κι ο τσάμπουλας από φτασε/
σα φίδι πυρωμένο
Ποιος θέλει να παλέψουμε/
στο σίδηρο τα’ αλώνι
Κανένας δεν ποιήθηκε. Μέσα σε τόσο κόσμο/ σ’ χήρας ο γιος ποιήθηκε. Σ’ χήρας το παλικάρι…



Το επόμενο τραγούδι αφορά έμμεση προξενιά:


Τα χεινωπόρια έρουνταν
τα βάσανα μαζώνουνταν
Στα κορίτσια κα ιστα πιδιά
οι αηγαπητικοί μας κάκιωσαν
Ντα ξικάκιωσν τι δα βρουν
Δα βρουν τ’ Μαρία ραββωνιασμένη
με το Γιώργη παντρεμένη


Συντάκτης:Άννα Πατρωνίδου


Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment