Μουσειολογική μελέτη του μουσείου της Πρόερνας στο Νέο Μοναστήρι



   Η Ελλαδα είναι ένας απέραντος αρχαιολογικός χώρος. Με βάση το πλαίσιο αυτό γίνεται κατανοητό πως το διαθέσιμο υλικό αλλά κι ό,τι δεν έχει βγεί  ακομα στο φως είναι ομολογουμένως αναρίθμητο. Τούτο πέρα από κάθε θετική προσέγγιση ελοχεύει και τεράστιες δυσκολίες. Δυσκολίες οι οποίες εστιάζονται τόσο στη διαχείριση αυτού του τεράστιου όγκου του υλικού , στη διασύνδεση μεταξύ του αλλά και στην όσο τον δυνατόν ικανοποιητικότερη αξιοποίηση του. Στη χώρα  οι δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές αφθονούν . Μουσεία ή χώροι που λειτουργούν με τη μορφή ενός μουσείου στεγάζουν αυτές τις συλλογές οι οποίες κάλλιστα σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν με βάση τα προβαλλόμενα εκθέματά τους κι ως ετερόκλητες .Πολλά απ΄αυτά πρόκειται για κτήρια τα οποία λειτουργούν περισότερο ως αποθηκευτικοί χώροι και δε συνάδουν με τη σύγχρονη αντίληψη περί της έννοιας ενός μουσειακού ιδρύματος. Μεγαλύτερη οργάνωση παρατηρείται στις μεγάλες πόλεις  και ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα που όντας κοντά στην κεντρική εξουσία οι συνθήκες παρουσιάζονται ευνοϊκότερες. Τα μεγαλύτερα προβλήματα διαχείρισης του διαθέσιμου υλικού αντιμετωπίζουν οι τοπικές κοινωνίες. Οι λόγοι αμέτρητοι και ποικίλοι,διαφορετικοί από τόπο σε τόπο. Πάντως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο .Ο μη  ικανοποιητικός τρόπος οργάνωσης των ήδη υπαρχόντων αρχαιολογικών συλλογών  και ευρημάτων ,αν όχι η παντελής απουσία ενός στοιχειώδους σχεδίου, έχουν βαρύνουσα σημασία. Επιπροσθέτως οικονομικοί λόγοι διαδραματίζουν εκάστοτε σημαντικό ρόλο στο όλο εγχείρημα της προβολής του πολιτιστικού μας πλούτου.Η σαφής ανάγκη ανάδειξης  κάθε διαθέσιμου υλικού είναι όχι μόνο σκοπός αλλά υποχρέωση προς την κοινωνία. Η λύση παλαιότερων στερεοτύπων αφήνει αδιάφορο τόσο τον σύγχρονο ενεργό επιστήμονα-ερευνητή όσο και τον συνειδητοποιημένο πολίτη. Αυτό καταδεικνύουν οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες με τη μορφή της συμμετοχικής διαδικασίας που ολοένα αυξάνονται και διεκδικούν πρακτικότερες λύσεις. Προς σ’  αυτή την κατεύθυνση ενεργεί και  ο «Όμιλος Φίλων Αρχαιοτήτων Αρχαίας Πρόερνας» με απώτερο σκοπό την ίδρυση ενός μουσείου στην περιοχή. Η ιδιωτική αυτή πρωτοβουλία ουσιαστικά αναδεικνύει το ενδιαφέρον της τοπικής κοινωνίας  για τη διαχείρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς . Όπως αναφέρει η Αλεξάνδρα Μπούνια στο σχετικό της άρθρο αυτές «οι πρωτοβουλίες απηχούν την κοινωνία που τις δημιουργεί» και συνεχίζει θέτοντας καίρια ερωτήματα αναφορικά με το είδος της κοινωνίας, στην οποία θέλουμε να ζήσουμε. Ονειρευόμαστε μια κοινωνία παθητική, μη συμμετοχική, ατροφική κι αμέτοχη , όπου το άτομο περιορίζεται στο ρόλο του καταναλωτή ή έναν κόσμο του οποίου οι κοινωνοί λειτουργούν ως «δημιουργοί πολιτιστικής γνώσης», όπως η ίδια εύστοχα επισημαίνει, και σηματοδοτούν την αφετηρία ενός γόνιμου προβληματισμού[1]; Αυτός είναι ο κεντρικός άξονας στο οποίο κινείται η πρόταση αυτής της εργασίας  με δεδομένο πως οι φορείς αλλά και οι τοπικές κοινωνίες έχουν δικαίωμα στη διεκδίκηση του ρόλου ως διαχειριστές της πολιτιστικής τους κληρονομιάς. Το αντικείμενο της εργασίας επικεντρώνεται στη κατασκευή μουσείου στο χωριό Νέο Μοναστήρι Φθιώτιδας το οποίο υπάγεται στον διευρημένο πια δήμο Δομοκού. Τα στοιχεία που θα δοθούν θα προσπαθήσουν να τεκμηριώσουν ικανοποιητικά την πρόταση αυτή. Επίσης θα επιχειρηθεί μια  προσέγγιση όσον αφορά  τους επιμέρους λόγους για τη σύστασή του μουσείου ,τη μορφή του ,το περιεχόμενό του καθώς κι όσο αυτό είναι δυνατό μια ασφαλή μουσειολογική μελέτη .

Λόγοι σύστασης του μουσείου 



Η ιδέα της ίδρυσης ενός μουσείου έχει ήδη γονιμοποιηθεί εδώ και αρκετά χρόνια στη συνείδηση της τοπικής κοινωνίας. Εκείνο που χρειάζεται είναι η αιτιολόγηση της επιθυμίας αυτής σ’ έναν ευρύτερο κοινωνικό χώρο ώστε τούτη να μπορέσει ή όχι να πείσει για τον πρακτικό της χαρακτήρα .Πόσο εφικτό τελικά είναι αυτό που τώρα χωρά μόνο στη σφαίρα της φαντασίας και επιπλέον γιατί αυτό να γίνει δυνατό; Τις απαντήσεις τις δίδουν τα ίδια τα αρχαιολογικά ευρήματα και η σημαντικότητα της ανασκαφικής εργασίας. Όσα έχουν έρθει στο φως στο περασμα πολλών δεκαετιών κι όσα ακόμα έρχονται καθώς η ανασκαφική δραστηριότητα συνεχίζεται κι έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της. Το γεγονός αυτό δίνει ακόμα ένα πλεονέκτημα στο εγχείρημα .H συλλογή ενός τέτοιου μουσείου θα έχει τη δυνατότητα ανανέωσης σε τακτά χρονικά διαστήματα. Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα που μόνο στατικό δε μπορεί να χαρακτηριστεί. Η δυνατότητα εμπλουτισμού ενός μουσείου υποδηλώνει πώς δύναται να λειτουργήσει ως  ζωντανός οργανισμός που κάθε φορά έχει να επιδείξει και κάτι διαφορετικό ή να προσθέσει στην ήδη υπάρχουσα γνώση. Τούτο αποτελεί το γενικό πλαίσιο το οποίο ενισχύει την ύπαρξη του συγκεκριμένου μουσείου. Ωστόσο υπάρχει και το υπαρκτό κι αδιαμφισβήτητο ειδικό πλαίσιο το οποίο στηρίζεται τόσο στα υπάρχοντα αρχαιολογικά ευρήματα όσο και στην ιστορικότητα της ευρύτερης περιοχής. Το Νέο Μοναστήρι σε σχέση με το χωροχρόνο


αποτελεί ένα νεόδμητο χωριο. Η ύπαρξη του σ’ αυτή τη τοποθεσία ανάγεται μόλις από το 1954. Σύμφωνα με τις ανασκαφές τα πρώτα δείγματα ανθρώπινης παρουσίας στην ευρύτερη περιοχή προέρχονται από τη Μέση Νεολιθική εποχή. Πολλές νεόδμητες σύγχρονες κατοικίες έχουν χτιστεί πάνω σε ερείπια προχριστιανικών οικισμών. Το χωριό είναι χτισμένο στους πρόποδες επικείμενου λόφου στον οποίο είναι χτισμένο κάστρο με το όνομα Πρόερνα. Τα σημερινά κατάλοιπα του κάστρου ελληνιστικής περιόδου χρονολογούνται  τον 4ο αι.π.χ. Τα τείχη που σώζονται ταυτίζονται με την ακρόπολη της αρχαίας  θεσσαλικής πόλης  Πρόερνα. Σημαντικό ιστορικό στοιχείο που ενισχύει αυτή την εκδοχή αποτελεί η αρχαία επιγραφή που βρέθηκε στους Μεξιάτες Φθιώτιδας το 2ο αι.π.χ. κι αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο αρχαιολογικό μουσείο της Λαμίας. Η επιγραφή είναι με λατινικούς χαρακτήρες και σ αυτήν γίνεται αναφορά στα σύνορα των Προερνίων τα οποία έφταναν έως τα όρια των Λαμιαίων. Σύμφωνα  ε την ίδια πηγή όπου βρίκεται και η αναφορά  για την αρχαία επιγραφή ,ο  Στράβωνας (434 π.χ.) τοποθετεί την αρχαία πόλη της Πρόερνας  στη περιοχή ανάμεσα στα Φάρσαλα και το Δομοκό.  Με την άποψη του Στράβωνα συμφωνεί κι ο Λίβιος κι όπως αργότερα αποδείχτηκε κι από την αρχαιολογική υπηρεσία η αρχαία Πρόερνα τοποθετείται ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκεται το κάστρο στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού[2]. Στην περιοχή το κάστρο είναι γνωστό κι ως «γυναικόκαστρο».  Εικάζεται πως σε περιόδους αναταραχής χρησίμευε για την ασφάλεια των γυναικόπαιδων. Από τις ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή τα στοιχεία μαρτυρούν για κατοίκηση από την πρώιμη εποχή του Χαλκού (3.300-2.100 π.χ. ). Τάφοι και οικοδομικά κατάλοιπα προέρχονται από την Ύστερη εποχή του Χαλκού αλλά και τη Μυκηναϊκή περίοδο (1.550-1050 π.χ.)  .Ένας μικρός θολωτός τάφος ο οποίος είναι επισκέψιμος βρίσκεται «στη νότια κλιτή του γήλοφου» που ονομάζεται Ταψί και ανήκει στην Πρωτογεωμετρική περίοδο (τέλος 10ου –αρχές 9ου αι. π.χ. ) . Τα αρχαιολογικά στοιχεία αποκαλύπτουν αιώνων αδιάλειπτης κατοίκησης. Έτσι υπάρχουν στοιχεία και κατά την Ύστερη  Γεωμετρική εποχή (750-700 π.χ.) ,την Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο(7ος αι. π.χ. ) αλλά και την Ελληνιστική εποχή. Σημαντική ανακάλυψη νοτιοανατολικά κι εκτός των ορίων του κάστρου αποτελεί το ιερό της Δήμητρος Προερνίας όπου η πρώτη οικοδομική φάση χρονολογείται στο τέλος του 6ου αι. π.χ. ή στην αρχή του 5ου αι. π.χ. ενώ η δεύτερη κατά τον 4ο αι. π.χ. Σύμφωνα με αναθηματική επιγραφή που βρέθηκε  το ιερό της Δήμητρος ως Θεσμοφορίου

συνεχίστηκε να λειτουργεί έως και τον 2ο αι.π.χ.. Στα σημαντικότερα ευρήματα που προέρχονται από το χώρο του ιερού συγκαταλέγεται κεφαλή γυναικείου αγάλματος .Στην ίδια επιγραφή καταμαρτυρείται η έκδοση νομίσματος κατά τον 3ο αι. π.χ.[3] Σχετική αναφορά κάνει και στο βιβλίο του «Ιστορία Επαρχίας Δομοκού-Θαυμακού» ο Θεόδωρος Καρατζάς ,δίδοντας επιπλέον στοιχεία για την κατάκτηση της πόλης το 191 π.χ. από τον Αντίοχο και την άμεση ανάκτηση της πάλι από τον Ύπατο Ακίλιο Γλαβρίωνο[4]. Τούτο προδίδει επίσης πως η τοποθεσία της πόλης από πλευράς στρατηγικής θέσης ήταν σημαντική[5]. Πρόσφατη επίσης ανασκαφική και εθνογραφική έρευνα(2010) έγινε κοντά στο Νέο Μοναστήρι και συγκεκριμένα στη θέση «Κουτρουλού–Μαγούλα» .Η διενέργεια της αρχαιολογικής έρευνας έγινε υπό τη διεύθυνση της Αικατερίνης Κυπαρίσση-Αποστολίκα, προϊσταμένης της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος και συνεχίζεται με τη συνεργασία της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής[6]. Η θέση φιλοξενεί θαμμένα ερείπια Νεολιθικής εποχής κι όπως αναφέρεται στο βιογραφικό σημείωμα της Αικατερίνης Κυπαρίσση-Αποστολίκα πρόκειται για μια συστηματική ανασκαφή σε δυο οικισμούς στο Νέο Μοναστήρι Φθιώτιδας. Στον πρώτο οικισμό «Μαγούλα  Κουτρουλού» τα ευρήματα περιλαμβάνουν ερείπια από λιθόκτιστα σπίτια ενώ στον δεύτερο «΄Ιμβρου Πηγάδι» πλίνθινες κατασκευές «με επιχώσεις πάχους 6.50 μ.»[7]. Η αποκάλυψη αυτής της νέας «αστικής» αρχιτεκτονικής νεολιθικής εγκατάστασης στα πλαίσια μιας ανασκαφής η οποία συνεχίζεται προσδίδει ιδιαίτερη κι εξέχουσα σημασία όσον αφορά την ίδια την τοποθεσία .
    Όλα τα παραπάνω στοιχεία σκιαγραφούν την εικόνα μιας περιοχής με αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Ένα επιπλέον στοιχείο το οποίο αναδεικνύει το πρόβλημα της διαχείρισης του πλούσιου αυτού υλικού είναι η αγωνία της τοπικής κοινωνίας για τη μικρής έκτασης συλλογή αντικειμένων η οποία αυτή τη στιγμή εκτίθεται σ’ ένα εντελώς ακατάλληλο χώρο(στο παλιο υδραγωγείο ) στο κέντρο του χωριου. Ο κίνδυνος της αφαίρεσης της συλλογής από την  Αρχαιολογική υπηρεσία είναι ορατός καθώς βασίζεται σε μια παλαιά αίτηση του δήμου τότε Θεσσαλιώτιδας όπου στα σχέδια του ήταν η κατεδάφιση του παλαιού υδραγωγείου. Εάν αυτό καταστεί δυνατό τότε κι αυτά τα ελάχιστα αρχαιολογικά ευρήματα θα κοσμήσουν τις αποθήκες κάποιου μουσείου της Λαμίας ή του Βόλου όπως συμβαίνει και με όλα τα υπόλοιπα που έχουν συλλεγεί όλες αυτές τις δεκαετίες από την συγκεκριμένη περιοχή. Οι λόγοι σύστασης ενός νέου μουσείου πάντα ποικίλλουν όπως κι σκοποί που αυτό μπορεί να εξυπηρετήσει . Όταν συγκεκριμένα η πρόταση αφορά ένα αρχαιολογικό μουσείο τότε επιβάλλεται η σχολαστική μελέτη ενός τέτοιου εγχειρήματος. Η πολιτιστική κληρονομιά είναι
κοινή ,δεν ανήκει σε κανέναν ξεχωριστά. Αντίθετα ανήκει σε όλους γενικά. Η πρόταση ίδρυσης ενός μουσείου στη συγκεκριμένη περιοχή συνάδει απόλυτα με τη προηγούμενη θέση. Τα κοντινά αρχαιολογικά μουσεία μπορεί να μην απέχουν τόσο πολύ χιλιομετρικά από τον συγκεκριμένο χώρο ωστόσο υπάρχει η πνευματική απόσταση η οποία δημιουργεί το μεγαλύτερο πρόβλημα. Κάθε τόπος που μπορεί να επιδείξει σημαντικό υλικό αρχαιολογικών ευρημάτων θα έπρεπε να έχει την ευκαιρία να  αποκαλύψει αυτό στο ευρύτερο κοινό διατηρώντας το στο φυσικό του χώρο. Ο εκθεσιακός χώρος ενός τέτοιου μουσείου να αποτελεί μέρος και  συνέχεια μιας ευρύτερης  χωροταξικής οντότητας με σκοπό και την αύξηση του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος .Με απλά λόγια η κατασκευή ενός μουσείου όσο το δυνατόν κοντά σε αρχαιολογικούς τόπους δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη της άμεσης αντίληψης αλλα και τη δυνατότητα να ερευνήσει τους χώρους στους όποιους έχει βρεθεί το διαθέσιμο υλικό. Ο προσανατολισμός της αντίληψης ενός αρχαιολογικού πάρκου όπως αυτό της Νικόπολης είναι και ο πιο θεμιτός[8]. Όσον αφορά τους πρακτικούς λόγους θα πρέπει να τονιστεί η εύκολη προσβασιμότητα καθώς το Νέο Μοναστήρι είναι χτισμένο και μάλιστα σε κομβικό σημείο πάνω στην παλαιά εθνική οδό Λαμίας-Καρδίτσας –Λάρισας . Σε όλα τα παραπάνω δε θα πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά στο γήλοφο που έχει τη μορφή «μαγούλας» που ονομάζεται από τους ντόπιους «ταψί» και βρίσκεται στη βορινή πλευρά του χωριού . Ανασκαφική δραστηριότητα στο χώρο δεν έχει ξεκινήσει ακόμα λόγω της εγκληματικής αμέλειας της πολιτείας και κατ’ επέκταση της οικονομικής αναλγησίας του κράτους. Ο μη  ικανοποιητικός τρόπος οργάνωσης των ήδη υπαρχόντων αρχαιολογικών συλλογών  και ευρημάτων ,αν όχι η παντελής απουσία ενός στοιχειώδους σχεδίου, έχουν βαρύνουσα σημασία. Επιπροσθέτως οικονομικοί λόγοι διαδραματίζουν εκάστοτε σημαντικό ρόλο στο όλο εγχείρημα της προβολής της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Μουσείο Πρόερνας

  Το περιεχόμενο ενός  μουσείου αποτελεί το πιο σημαντικό αίτημα του όπως κι ο τρόπος εκθεσής του υλικού άλλη μια σημαντική παράμετρος. Ειδικότερα η ίδρυση του μουσείου «της Πρόερνας», όπως οφείλει να ονομαστεί έχει να επιδείξει μια πλούσια συλλογή υλικού χιλιετιών κι αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Αποτελεί σίγουρα ένα δύσκολο εγχείρημα μα το αποτέλεσμα εάν αυτό κάποτε γίνει εφικτό θα του προσδώσει παγκόσμιο ενδιαφέρον. Με δεδομένο ότι το ήδη υπάρχον υλικό το οποίο αυτή τη στιγμή είναι διασκορπισμένο σε διάφορα μουσεία και μάλιστα τα περισσότερα απ΄αυτά δεν έχουν ακόμα δεί καν το φως της δημοσιότητας ,η σύνθεση σ’ έναν κατά κάποιο τρόπο ενιαίο χωρο θα του δώσει την ευκαιρία να βγεί από τον νεκρό χρόνο.Θα του παράσχει τη δυνατότητα να μετατραπεί από άχρηστο σε χρήσιμο πνευματικό υλικό. Αυτή τη στιγμή είναι απλά ένα ξεχασμένο ιστορικό υλικό . Πολιτιστικό κατάλοιπο που αντί να κληρονομηθεί από τις γενιές που έρχονται καταδικάζεται στην αφάνεια και το σκοταδισμό.Η ευκαιρία της γνώσης του μόνο από κάποια εξειδικευμένη επιστημονική κοινότητα δεν αρκεί ως στόχος μιας κοινωνίας η οποία θέλει να ονομάζεται και θεωρείται σύγχρονη. Σ΄αυτό το πλαίσιο ένα σωστά δομημένο κι οργανωμένο κτήριο μπορεί να φιλοξενήσει υλικό από όλες τις επιμέρους χρονικές περιόδους. Ξεκινώντας από τα πρώτα ευρήματα που ανήκουν στους προίστορικούς χρόνους και φτάνοντας έως και στις τελευταίες ανασκαφικές έρευνες το μουσείο της Πρόερνας μπορεί ν αποτελέσει ένα πολιτιστικό δείγμα για την ανθρώπινη ζωή και δραστηριότητα στη πάροδο του χρόνου. Ο επισκέπτης διανύοντας τις αίθουσες του μουσείου ταυτόχρονα θα μεταφέρεται στο χωροχρόνο. Από την είσοδό του έως την έξοδο θα έχει διανύσει αιώνων ιστορία. Η ακολουθία της εναλλασσόμενης διαδρομής λειτουργεί στο υποσυνείδητο του επισκέπτη εντάσσοντάς τον σε μια συμμετοχική διαδικασία σκέψης που πάνω απ΄όλα σκοπό έχει την κατανόηση του υλικού αλλά και τη δημιουργία σύνθετων ερωτημάτων που το αφορούν. Με τον τρόπο αυτό ο ίδιος συμμετέχει ενεργά υποκινούμενος να συνδέσει τις ιστορικές περιόδους μεταξύ τους, να δει τις διαφορές τους ,να εστιάσει την όποια εξελικτική διαδικασία. Στόχος του μουσείου θα πρέπει να είναι η επαφή του ανθρώπου με τον άνθρωπο. Το κέντρο βάρους θα πρέπει να  επικεντρωθεί  στον ίδιο τον άνθρωπο ως  δημιουργό της ζωής και των υλικών γύρω του. Είναι ένα εγχείρημα δύσκολο που όμως με τις κατάλληλες τεχνητές προοπτικές γίνεται εφικτό. Η επιτυχία στηρίζεται στη ικανότητα του μουσείου να υποβάλει κάτι ασύλληπτο από τις απλές αισθήσεις όπως είναι η ανθρώπινη παρουσία πίσω από κάθε αρχαιολογικό κατάλοιπο, προκαλώντας να σταθεί μπρος από το αντικείμενο και να πάρει τη θέση που του αρμόζει. Μ΄αυτόν τον τρόπο ο επισκέπτης-θεατής μπορεί να μετατραπεί από μύστης του πολιτισμού σε ζωντανό συνεχιστή του. Μ΄αυτόν τον τρόπο οι συλλογές του μουσείου της Πρόερνας που προέρχονται από την Πρώιμη εποχή του Χαλκού ,την Ύστερη ή μυκηναϊκή περίοδο ,την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο , την Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο και την  Ελληνιστική εποχή θα αποτελέσουν το εφαλτήριο  μιας πολιτισμικής αναδρομής . Το περιεχόμενο του μουσείου θα είναι το διαθέσιμο αρχαιολογικό υλικό αλλά και κείνο  ακόμα που τελεί υπό έρευνα .


    Η μουσειολογική μελέτη του μουσείου της Πρόερνας



1.        Πρώτη αίθουσα –Προϊστορικός κόσμος –Η ζωή στη Νεολιθική εποχή
2.       Πρωτη μεγάλη τζαμαρια που αρχίζει από το πάτωμα και καταλήγει στο ταβανι
3.       Χωρος αναπαραστασης ενός Νεολιθικού οικισμού.
4.       Η ζωή στην Αρχαϊκή και κλασική εποχή
5.       Μεγάλη τζαμαρία από το πατωμα εως το ταβανι
6.       Αφιέρωμα στο ναό της Δήμητρος Θεσμοφορίου
7.       Χωρος αναπαραστασης της ζωης κατά την ελληνιστική εποχή στο καστρο της προερνας
8.       Τζαμαρία από το πατωμα εως το ταβανι
9.       Ευρήματα ελληνιστικής εποχής στους τοιχους απεναντι από τη τζαμαρία
10.   Χωρος οπου φιλοξενει το αντιγραφο της θεας της Δήμητρος Θεσμοφορίου
11.   Χωρος αναψυχης διαμορφωμενος για τη ξεκουραση των επισκεπτων-περίπτερο
  Ο κατάλληλος χώρος για την κατασκευή ενός μουσείου είναι μια τοποθεσία όσο γίνεται κοντινότερη στον αρχαιολογικό χώρο. Η ιδανική τοποθεσία κατασκευής του «μουσείου της Πρόερνας» θα ήταν ο χώρος που βρίσκεται ήδη το κάστρο. Ωστόσο κάτι τέτοιο φαντάζει αδύνατο καθότι κι ο σκόπελος των διατάξεων του κράτους δε μπορεί να υεπρκεραστεί εφόσον ο χώρος εντός και γύρω από τα ερείπια έχει χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός. Σύμφωνα με τις παραμέτρους αυτές η αμέσως και πιο ιδανική τοποθεσία προτείνεται στο χώρο του «Δέλτα». Η τοποθεσία αυτή βρίσκεται ακριβώς στο κομβικό σημείο του αυτοκινητόδρομου που ενώνει τη παλαιά εθνική οδό Λαμίας –Λάρισας-Καρδίτσας. Η επιλογή αυτού του σημείου ευνοεί την εύκολη πρόσβαση αλλά και την τυχαία ανακάλυψή του.Το παραπάνω σχεδιάγραμμα αποτελεί την πρόταση αυτής της εργασίας για τη μορφή που θα μπορούσε να έχει το μουσείο της Πρόερνας .Η διαμόρφωση των χώρων έχει γίνει με γνώμονα όλων των στοιχείων εκείνων που έχουν προαναφερθεί και αφορούν το σκοπό που θα εξυπηρετούσε η κατασκευή ενός τέτοιου κτήρίου.Το βασικό μέλημα της πρότασης εστιάζεται στην κατασκευή ενός μη πολύπλοκου κτηρίου όπου η πρόσβαση θα είναι εύκολη και θα εξυπηρετεί το ίδιο κάθε κοινωνική ομάδα συμπεριλαμβανόμενης παιδιών ή ατόμων με ειδικές ανάγκες .Αυτό σημαίνει πως η είσοδος κι η έξοδος θα βρίσκονται στην ίδια ευθεία με το υπέδαφος αλλά ο υπόλοιπος εσωτερικός χώρος δε θα διακόπτεται από κανένα φυσικό εμπόδιο όπως σκαλοπάτια ή στενότητα χώρου . Όσον αφορά τα οικοδομικά υλικά που μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τη κατασκευή του εκτός του τσιμέντου και τις σιδηροκατασκευές σπουδαίο ρόλο θα διαδραματίσουν φυσικά υλικά όπως η πέτρα ,το ξύλο,το κεραμμύδι και το γυαλί. Συγκεκριμένα τα τείχη του Π (Πρόερνα)που σχηματίζεται στο χώρο του αιθρίου θα ντυθούν με φυσική πέτρα η οποία θα πρέπει να θυμίζει τα τείχη του κάστρου της Πρόερνας. Πέτρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί κι ως διακοσμητικό υλικό σε διάφορα σημεία του εσωτερικού χώρου. Ένα πρόσθετο στοιχείο εικαστικής επέμβασης στον εσωτερικό χώρο θα μπορούσε να είναι τα ξύλινα οριζόντια δοκάρια τα οποία θα φαίνονται σαν να στηρίζουν το ταβάνι. Το σκεπτικό της χρησιμοποίησης φυσικών υλικών πέρα από την αισθητική θεωρείται ένα στοιχείο που βοηθά τον επισκέπτη να συνδέσει την πρότερη ζωή με την τωρινή. Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής χρησιμοποιούσαν σχεδόν τα ίδια οικοδομικά υλικά ώστε να χτίσουν τον κόσμο τους. Χιλιάδες χρόνια αργότερα κι ο σύγχρονος άνθρωπος χρησιμοποιεί τα ίδια υλικά. Αυτή η ιδιαίτερη συνταύτιση σύγχρονου ανθρώπου με τον αρχαίο είναι η βασική επιδίωξη του μουσείου το οποίο εστιάζει την προσοχή σε μια όσο το δυνατό ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Για τη σκεπή του μουσείου θα  χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά κεραμίδι. Το αίθριο (11 στο σχημα) είναι ο εξωτερικός χώρος του μουσείου που φαντάζει ξέχωρος μα στην ουσία περικλείεται απ’ αυτό. Η πρόσβασή του θα είναι ελεύθερη καθώς εν τη ελευθερία του ο καθένας και στο χρόνο που ο ίδιος επιθυμεί μπορεί να προσεγγίσει. Σ’ αυτόν τον χώρο οι επιλογές ποικίλουν .Από την κατασκευή καθισμάτων από ξύλο ή πέτρα για την αναψυχή των επισκεπτών έως την κατασκευή περιπτέρου απ΄όπου μπορεί να προμηθευτεί ο οποιοσδήποτε ενημερωτικά φυλλάδια ή αντίγραφα της συλλογής. Γενικά η όποια λειτουργία αυτού του χώρου θα πρέπει  να συμπλέει με το ύφος του μουσείου εμπνέοντας και τον ανάλογο σεβασμό. Στο ημικύκλιο (σχ.10) που βρίσκεται στο αίθριο προτείνεται να εκτίθεται το αντίγραφο της κεφαλής της θεάς Δήμητρος Θεσμοφορίου.
  Προσχωρώντας στο εσωτερικό του μουσείου η πρώτη αίθουσα που συναντά ο επισκέπτης έχει τον τίτλο «Η ζωή στη Νεολιθική Εποχή»(σχ.1) .Είναι σαφές πως εκεί φιλοξενείται το υλικό που προέρχεται από την ανασκαφική δραστηριότητα στην περιοχή και αφορά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το σχήμα 2 αφορά ξανά το κατασκευαστικό κομμάτι .Τζαμαρίες από γυαλί ξεκινούν από το δάπεδο έως την οροφή . Επιδίωξη του μουσείου να εκμεταλλευτεί το φυσικό φωτισμό όσο το δυνατό περισσότερο. Αυτό ισχύει και για τα σχήματα 5 και 8. Τα εκθέματα μπορούν να καλύψουν τους χώρους απέναντι από κάθε τζαμαρία όπως και κάποια απ’ αυτά να τοποθετηθούν σε ειδικές προθήκες διαμοιρασμένες στο χώρο.Οι επιλογές σ έναν χώρο αρκετά αποδεσμευμένο από παρεμβάσεις εσωτερικής διαρρύθμισης δίνει την ελευθερία και τη δυνατότητα αλλαγών σε τακτά ή μη χρονικά διαστήματα διαμορφώνοντας έτσι μια νέα αίσθητική εικόνα μερικής ή ολικής ανανέωσης.Η στατικότητα ή η μονιμότητα της μορφής που μπορεί να είχε η έκθεση, μ’ αυτόν τον τρόπο παραγκωνίζεται και τη θέση της καταλαμβάνει μια αίσθηση εναλλαγή μερικής ή ολικής διαφοροποίησης. Ο χώρος είναι ζωντανός και μπορεί να εξυπηρετήσει ποικίλους στόχους όταν αυτό θεωρηθεί αναγκαίο. Τα σχήματα 3 και 7 πρόκειται για ιδιαίτερους διαμορφωμένους χώρους όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αναπαράσταση μορφής ανθρώπινης δραστηριότητας από την Νεολιθική ή την Ελληνιστική αντίστοιχα εποχή. Η δυνατότητα αυτή δίνει στον επισκέπτη μια ζωντανή εικόνα για τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μιας άλλης εποχής. Σημαντικό στοιχείο για να έρθει σε μια πιο άμεση επαφή με τα αντικείμενα αλλά και με την ανθρώπινη παρουσία. Η σκηνοθετική παρέμβαση αυτής της επιμέρους θεματικής ενότητας ποικίλει. Μπορεί να εμπλουτιστεί, να διαφοροποιηθεί ή να αλλάξει άρδην. Στο ίδιο ύφος κινείται κι η δεύτερη αίθουσα (σχ. 4) όπου φιλοξενεί αρχαιολογικό υλικό από την Αρχαϊκή και Κλασική εποχή. Η τοποθέτηση των εκθεμάτων ακολουθεί την ίδια φιλοσοφία με την πρώτη αίθουσα . Πρόσθετο σημείο το σχήμα 6 όπου απεικονίζεται ένα  ημικύκλιο. Πρόκεται για μια πρόσθετη κινητή βάση  στην οποία μπορεί να τοποθετηθεί μακέτα ανθρώπινων διαστάσεων αντίγραφο μέρος του ναού της θεάς Δήμητρος .Στο κέντρο της μακέτας θα δεσπόζει η κεφαλή του πραγματικού αγάλματος της θεάς. Στο ίδιο ύφος κινείται και η τρίτη αίθουσα επονομαζόμενη ως «η ζωή στην Ελληνιστική Πρόερνα».
   Το βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει τη δομή και όσο και γενικά τη μορφολογία του χώρου είναι η μεταβλητότητα, η δυνατότητα δηλαδή να μπορούν τα εκθέματα να εναλλάσσονται στο χώρο σχηματίζοντας κάθε φορά και μια διαφορετική εικόνα.Το σκεπτικό αυτής της φιλοσοφίας έγκειται στην επιδίωξη του μουσείου να δώσει το κίνητρο εκείνο που οδηγεί στην επανάληψη του «πελάζειν» .Το μουσείο οφείλει να λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός ,να γίνει πόλος έλξης και αφορμή πνευματικής συνεύρεσης .Να προσπαθεί κάθε φορά να προσελκύει όχι μόνο εκείνον τον επισκέπτη που διαθέτει το γνωστικό επίπεδο μα περισσότερο να προσελκύσει τον αδιάφορο. Παράλληλα σε κάθε χώρο θα υπάρχει κι η δυνατότητα έντυπου υλικού στο οποίο θα αναγράφονται διάφορα ιστορικά στοιχεία για τη περίοδο της εποχής ή συγκεκριμένες πληροφορίες για τα εκθέματα. Σ’ αυτή την επιδίωξη σύμμαχος ο εξοπλισμός του μουσείου με το κατάλληλο επιστημονικό οπτικοακουστικό υλικό.  Συσκευές εικόνας που  προβάλλουν ιστορικά στοιχεία, πληροφορίες για τα εκθέματα αλλά και αποσπάσματα από σχετικές βιντεοσκοπήσεις κατά τη διάρκεια των ανασκαφών όπου αυτό είναι φυσικα δυνατό .Ειδικά συστήματα ήχου σε συνδυασμό με προσεγμένο έντυπο υλικό μπορούν να συνδράμουν σε αποφασιστικό βαθμό
  Η κατανομή των εκθεμάτων μέσα στο χώρο μπορεί να είναι τυχαία ή ν’ ακολουθεί μια χρονολογική σειρά. Ωστόσο κάθε έκθεμα θα φέρει πλήρη περιγραφή (όταν αυτό είναι δυνατό) κι όχι μόνο χρονολογική προσέγγιση. Πληροφορίες για τον τόπο, τον τρόπο ανεύρεσής του, την χρηστική του αξία, είναι σημαντικά στοιχεία που βοηθούν τον επισκέπτη να αποκομίσει μια πιο σαφή εικόνα αυτού που έχει στο οπτικό του πεδίο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  Τα τελευταία χρόνια  έχουν γίνει σημαντικές προσπάθειες  ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου. Ο μέχρι πρότεινος δήμος Θεσσαλιώτιδας υλοποιώντας ένα πρόγραμμα ανάδειξης και ανάπλασης του νότιου τμήματος του οχυρωματικού περιβόλου του κάστρου της Πρόερνας  , προχώρησε σε ενέργειες που το ανέδειξαν επαρκώς .  Το Υπουργείο Πολιτισμού  και η Εφορεία Προϊστορικών και κλασσικών Αρχαιοτήτων υπήρξαν αρωγοί  σ’ αυτή τη προσπάθεια .Ο χώρος πια είναι επισκέψιμος και διαθέσιμος για χρήση πολιτιστικών δραστηριοτήτων πράγμα που αποτελεί γεγονός.  Η ίδρυση του μουσείου της Πρόερνας  θεωρείται αναγκαία για να  συμπληρωθεί αλλά και να επεκτείνει όλη αυτή την δραστηριότητα  που ουσιαστικά δεν έχει μόνο τοπικό χαρακτήρα αλλά πανελλήνιο και γιατί όχι παγκόσμιο. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Αλεξάνδρας Μπούνια «το κεντρικό μέλημα του μουσείου παραμένει η προστασία και η διατήρηση της υλικής και άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς μιας περιοχής»[9]. Η αδήρητη ανάγκη ανάδειξης κάθε διαθέσιμου υλικού αποτελεί όχι μόνο σκοπό ,αλλά και υποχρέωση των μελών της κοινωνίας.Προς τη κατεύθυνση αυτή ιδιωτικές πρωτοβουλίες με τη μορφή της συμμετοχικής διαδικασίας κερδίζουν συνεχώς έδαφος, παραγκωνίζοντας στερεότυπα και πρακτικές στον χώρο της αρχαιολογίας , διεκδικώντας έτσι πρακτικότερες και πιο ευέλικτες λύσεις.


Εργασία: Μπαϊράμη Γεωργία



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αλεξάνδρα Μπούνια, «Μουσεία, διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τοπικές κοινωνίες :η ευθύνη ενός δικαιώματος», Τετράδια Μουσειολογίας ,7 (2010)

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ –ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
Το φωτογραφικό υλικό που έχει χρησιμοποιηθεί προέρχεται από το site http://www.neomonastiri.net αλλά κι από προσωπικό αρχείο .




[1] Αλεξάνδρα Μπούνια, «Μουσεία, διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τοπικές κοινωνίες :η ευθύνη ενός δικαιώματος», Τετράδια Μουσειολογίας ,7 (2010), σελ. 40
[2] Αναφερόμαστε στην εποχή των αρχών του 2 αιώνα μχ . Στη γεωγραφική περιοχή επικρατούσαν δύο πόλεις κράτη , η Λαμία πρωτεύουσα των Μαλιαίων και η Υπάτη πρωτεύουσα των Αινιάνων

Οι δύο πόλεις είχαν έρθει πολλές φορές σε έριδα για το θέμα των ορίων , με κορυφαία αυτή που συνέβη επί αυτοκράτορος Ανδριανού 117 - 138 μχ. Απ' ότι φαίνεται η έριδα ήταν τόσο σοβαρή που ο ίδιος ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να μεταβεί επιτόπου ο ανθύπατος της Μακεδονίας Κόϊντος Γέλλιος Σέντιος Αυγουρίνος για να διαλύσει την έριδα που είχε ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο πόλεις.

Το κείμενο της απόφασης το οποίο βρέθηκε σε σπασμένη πλάκα το 1855 στις Μεξιάτες με λατινικούς χαρακτήρες αναφέρει τα εξής. 

Κατά τον μήνα Μάρτιο αναγνώστηκε διάταγμα του ανθύπατου Καόϊντου Γέλιου Σέντιου Αυγουρίνου το οποίο προκύπτει από επιστολή αυτού.
[Επειδή ο άριστος και μέγιστος αυτοκράτωρ Τραϊανός Αδριανός Αύγουστος μου έγραψε να πάρω γεωμέτρας και να κρίνω τη διαμάχη μεταξύ Λαμιέων και Υπαταίων, και να βάλω εγώ τα όρια και επειδή εγώ βρέθηκα επί τόπου πολλές φορές και για πολλές μέρες και έκρινα με τους συνηγόρους και των δύο πόλεων παρόντες , όρισα τον Ιούλιο Βίκτορα ως ανάκλητον γεωμέτρη του Αυγούστου και καταλήγω στις εξής αποφάσεις. 
Αρχή των ορίων να είναι από αυτόν τον τόπο για τον οποίον έμαθα ότι υπήρξε σίδη η οποία είναι πιο κάτω από τον περίβολο που έχει καθιερωθεί για τον Ποσειδώνα και από εκεί κατεβαίνουν για να τηρείται ευθεία γραμμή μέχρι την πηγή Δέρκινα, η οποία είναι πέρα από τον Σπερχειό ποταμό έτσι ώστε να οδηγεί από τα αμφίσπορα των Λαμιαίων και Υπαταίων η ευθεία γραμμή στην πηγή Δέρκυνα που έχουμε αναφέρει και από εκεί στο λόφο Πήλιο μέσα από τον ρού του Σπερχειού , και από εκεί στο μνημείο του Εύρυτου το οποίο βρίσκεται μεταξύ των συνόρων των Λαμιαίων ,των Ευρυκανίων και τωνΠροερνίων.]

Από το κείμενο αντιλαμβανόμαστε ότι ο Ρωμαίος ανθύπατος ήταν στην βόρεια πλευρά της κοιλάδας του Σπερχειού . Αυτό σημαίνει ότι η σίδη ,το τέμενος του Ποσειδώνος και η πυγή Δέρκυνα ήταν (πέρα) στην δεξιά πλευρά του Σπερχειού ποταμού , και τα όρια που καθόρισε ανάμεσα στις δυο πόλεις ξεκινούσαν από τον νότο δηλαδή στην περιοχή των Μεξιατων. Σιδη στην αρχαία εποχή ονομάζανε τις ροδιές. Σε αυτό το σημείο είναι σκόπιμο να διαβάσουμε τι έχει γραφτεί για την ιστορία των Μεξιατών από μια μελέτη που βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ ΜΕΞΙΑΤΩΝ 

Η πηγή Δερκυνα κατά πάσα πιθανότητα είναι το σημερινό κεφαλόβρυσο των Μεξιατων γιατί είναι η ποιο μεγάλη πηγή της περιοχής. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε ότι ενδέχεται να είναι και κάποια άλλη πηγή του χωριού εφόσον διαθέτει τις ποιο πολλές της περιοχής.

(από εκεί, γραφει το κειμενο, στο μνημείο του Εύρυτου το οποίο βρίσκεται μεταξύ των συνόρων των Λαμιαίων ,των Ευρυκανίων και των Προερνίων.) 
Ο Στράβωνας έγραφε ( 434) ότι η πόλης Πρόερνα τοποθετείται στην περιοχή ανάμεσα στα Φάρσαλα και στον Δομοκό με την ιδία άποψη συμφωνεί και ο Λίβιος . 
Σήμερα πλέων γνωρίζουμε ότι η αρχαιολογική σκαπάνη έχει αποδείξει ότι η αρχαία Πρόερνα ήταν κτισμένη στο Νέο Μοναστήρι Δομοκού. 

Από το διάταγμα μαθαίνουμε ότι στην εποχή του αυτοκράτορος Ανδριανού τα φυλετικά ονόματα είχαν καταργηθεί και οι κάτοικοι αναφέρονται με τα ονόματα των πόλεων τους . 
Τα όρια για την αρχαία Πρόερνα προς τον νότο απ' ότι φαίνεται ήταν ασαφή σε σχέση με τους Μαλιείς και τους Αινιάνες. Οι Προέρνοιοι είχαν υπό την κυριαρχία τους τον ορεινό όγκο της Όθρυς από την κοιλάδα του Δομοκού έως την κοιλάδα του Σπερχειού.
[5] Η ακρόπολη της Πρόερνας αποτελεί το ανατολικότερο και ψηλότερο τμήμα της πόλης, η οποία βρίσκεται κάτω από το σύγχρονο χωριό του Νέου Μοναστηρίου. Η οχυρωμένη ακρόπολη της Πρόερνας καταλαμβάνει δύο κορυφές του βραχώδους υψώματος του Γυναικόκαστρου και χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αι. Το νότιο και ανατολικό τμήμα του τείχους, τα οποία διατηρούνται σε όλο το μήκος τους, είναι εφοδιασμένα με πολλούς μικρούς πύργους. Το σύστημα δόμησης είναι το ισόδομο τραπεζιόσχημο. Στο ανατολικό και νότιο σκέλος της ακρόπολης είναι ορατοί σήμερα είκοσι πύργοι, δεκαπέντε στο νότιο και πέντε στο ανατολικό. Όλοι οι πύργοι είναι τετράπλευροι ορθογώνιοι. Η ανατολική πύλη προστατεύεται από δύο πύργους που την πλαισιώνουν, ενώ οι υπόλοιπες πύλες προστατεύονται από έναν πύργο.
[9] Ο.π. ,Αλεξάνδρα Μπούνια, «Μουσεία, διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τοπικές κοινωνίες :η ευθύνη ενός δικαιώματος»,σελ.41
Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment