Ο σταδιακός εξ αστισμός των οικισμών στον ελλαδικό χώρο


Οικήματα και μέρος της οχύρωσης οικισμού της Πρώιμης και Μέσης Εποχής του Χαλκού (3200 π.Χ.-1600 π.Χ.) βρέθηκαν στη Θηρασιά, το μικρό νησάκι απέναντι από τη Σαντορίνη.


 Εισαγωγή
 Η πρώιμη εποχή του Χαλκού  που διαρκεί σχεδόν όλη την 3η χιλιετία π.χ. διαδέχεται τη Νεολιθική εποχή. Η εκτεταμένη χρήση μεταλλευμάτων και ειδικότερα του χαλκού έδωσε και το όνομα της  στη εν λόγω εποχή.  Επίκεντρο ανάπτυξης  ορίζεται η ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου . Στο πλαίσιο αυτό κι ο διαχωρισμός σε τέσσερις επιμέρους εποχές  : του Πρωτομινωικού , του Πρωτοκυκλαδικού , εκείνου του βορειοανατολικού Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα του Πρωτοελλαδικού. Σε κάθε έναν απ΄ αυτούς τα «πολιτιστικά σύνολα» όπως τα ονομάζει η καθηγήτρια αρχαιολογίας Ντόρα Κονσόλα  η οικιστική ανάπτυξη εντατικοποιείται καθορίζοντας μια νέα οπτική στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει την παρουσία του στο χώρο.
Η παρεμβατική του προσπάθεια είναι απόρροια  έντονων  κοινωνικοοικονομικών αλλά και πολιτιστικών αλλαγών. Η δημιουργία οικιστικών πυρήνων από την Νεολιθική εποχή ακόμα οδηγεί τον άνθρωπο στην υιοθέτηση αυτής της κοινωνικής συμπεριφοράς ποιας ακριβώς δηλαδή; . Κατά την εποχή του Χαλκού αυτή η τάση αποκτά πιο σταθερά χαρακτηριστικά και ιδιαίτερη φυσιογνωμία .Με τη πάροδο του χρόνου οι λειτουργίες των οικισμών προσαρμόζονται  σε  νέα δεδομένα  ως φυσική συνέχεια της εξελικτικής ανθρώπινης δραστηριότητας . Οι οργανωμένοι οικισμοί εξελίσσονται σταδιακά φτάνοντας στη Πρωτομινωική εποχή να έχουν χαρακτήρα αστικό . Η πρώτη πόλη και μάλιστα ανακτορικού τύπου εμφανίζεται στη Κνωσό της Κρήτης . Η αρχιτεκτονική και πολεοδομικός σχεδιασμός του παλατιού της Κνωσού αποτελεί μια πρώτη μορφή αστικοποίησης . Με τη κατάρρευση του μινωικού πολιτισμού , το κέντρο βάρος εστιάζεται στην ηπειρωτική Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Πελοπόννησο .Εκεί αναπτύσσονται μικρότεροι ή μεγαλύτεροι αστικοί  πυρήνες .Σημαντικότερος αυτών, σύμφωνα με τις ανασκαφικές εργασίες, είναι η πόλη των Μυκηνών. Από το 1.200 π.Χ. που έχουμε την παρακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού έως τον 8ο αι. π.Χ. οι αιώνες χαρακτηρίζονται ως σκοτεινοί .Την  περίοδο αυτή η ζωή συνεχίζεται σε μικρότερης έκτασης  οικισμούς ή αγροικίες. Τον 8ο αι. π.Χ οι πόλεις αρχίζουν να αναπτύσσονται ξανά[1] . Οι πόλεις-κράτη είναι το νέο οικιστικό μοντέλο . Οι ελληνικές πόλεις της Αρχαϊκής και Κλασικής εποχής εγκαινιάζουν έναν νέο τρόπο συνύπαρξης των κατοίκων, όπου η ίδια η πόλη ως δομημένη κοινωνική ολότητα παίζει τον κυρίαρχο ρόλο. Η ρόλος της πόλης των Αθηνών στην κλασική αρχαιότητα ,η οποία δεσπόζει στα χρόνια της κλασικής εποχής , αποτελεί αναμφισβήτητα σημαντικός. Με τη μετάβαση στην ελληνιστική εποχή ξαναγυρνά ο θεσμός των βασιλείων . Η στρατιωτική και πολιτική ισχύς καθορίζουν τα φυσιογνωμικά τους χαρακτηριστικά. Τα ελληνιστικά βασίλεια ως μονάδες ισχύος εξαπλώνονται σχεδόν σ’ όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Η αυτοκρατορική μορφή που υποβόσκει στις πρακτικές άσκησης εξουσίας αυτής της περιόδου θα εδραιωθεί και θα αποτελέσει το κύριο δομικό συστατικό και το οποίο θα χαρακτηρίσει και τη μετέπειτα βυζαντινή εποχή. Η Κωνσταντινούπολη του Βυζαντίου δεν αποτελεί απλά μια πόλη, αλλά την κύρια αρτηρία που συνδέει ολόκληρη την ακτίνα επιρροής της αυτοκρατορίας και στηρίζει τη βιωσιμότητα της. Είναι η απαρχή του θεσμού της πρωτεύουσας που με παρόμοια αλλά και κάπως διαφορετικά χαρακτηριστικά φτάνει έως και τη σημερινή εποχή .

Εποχή του Χαλκού

  Η αλλαγή σε κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτιστικό επίπεδο οδηγεί σε νέες πρακτικές οι οποίες μπορεί να είναι αναγκαίες ή φυσικό επόμενο αυτών. Τέτοια είδη αλλαγών σ’ όλα αυτά τα επίπεδα συντελέστηκαν κατά τη  μετάβαση από τη Νεολιθική στη πρώιμη εποχή του Χαλκού. Αυτή την εποχή παρατηρείται επέκταση των οργανωμένων  οικισμών που ήδη από την προηγούμενη εποχή αρχίζουν να κάνουν την εμφάνιση τους (Διμήνι-Σέσκλο), εντατική χρήση των μεταλλευμάτων και ιδιαίτερα του χαλκού , εξάπλωση  των θαλάσσιων οδών  που δημιουργούν ολοένα και περισσότερα δίκτυα συναλλαγών και, φυσικά, η καλλιτεχνική δραστηριότητα του ανθρώπου μέσω της τέχνης[2] . Είναι η εποχή κατά την οποία εμφανίζονται και τα πρώτα αστικά κέντρα με πολεοδομικά αλλά και αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Οι επιλογές εγκατάστασης  φανερώνουν πως γίνονται με βάση την εξασφάλιση παραγωγικών πόρων και πρώτων υλών. Έτσι ως μέρη εγκατάστασης επιλέγονται παραθαλάσσιες τοποθεσίες , εκτάσεις σε εύφορες πεδιάδες ή  κοντά λίμνες και ποταμούς. Από τα νησιά έως την ενδοχώρα η οικιστική ανάπτυξη παρουσιάζει σημαντική εξέλιξη. Αν και η οικονομία στην ηπειρωτική Ελλάδα συνεχίζει να στηρίζεται ως επι το πλείστον στις γεωργικές και κτηνοτροφικές ασχολίες, παρατηρείται μια ολοένα και αυξανόμενη ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών. Στον πρωτογενή τομέα νέες καλλιέργειες, όπως αυτή της ελιάς και του αμπελιού, αλλά και νέες τεχνολογικές εφευρέσεις, όπως είναι το άροτρο, συνθέτουν την οργάνωση της παραγωγής[3]. Ιδιαίτερα στη ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου οι θαλάσσιες επικοινωνίες αναπτύσσονται παράλληλα με τη ναυπηγική τέχνη και την τεχνογνωσία της εξόρυξης μεταλλευμάτων .Ιδιαίτερα στα νησιά η έλλειψη μεγάλων εκτάσεων καλλιεργήσιμης γης προσανατολίζει τους κατοίκους στην εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της γης, όπως είναι ο οψιανός ,το μάρμαρο, κ.ά. Σκοπός τους η τελική διάθεση των προϊόντων αυτών στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Εργαστήρια χαλκού, που όπως φαίνεται μάλιστα διέθεταν πολύ καλό επίπεδο  τεχνογνωσίας, έχουν ανακαλυφθεί στη Ραφήνα και στην Αίγινα. Η ύπαρξη τεχνιτών εφοδιασμένων με τη κατάλληλη τεχνογνωσία πρέπει να ήταν δεδομένη, καθώς την ίδια ακριβώς εποχή εμφανίζεται και η χρήση του κεραμικού τροχού[4]. Αυτό ταυτόχρονα σημαίνει εξειδίκευση της εργασίας, αλλά και τυποποίηση της παραγωγής, όπως φαίνεται από τα εργαστήρια κατεργασίας οψιανού που βρέθηκαν στις Λιθαριές και στη Μάνικα της Μήλου[5]. Στις περιοχές αυτές, όπου παρατηρείται έντονη οικονομική δραστηριότητα, έχουν βρεθεί και οι σημαντικότεροι οικισμοί με χαρακτηριστικά την αυξημένη δόμηση και τις πρώτες πολεοδομικές παρεμβάσεις όσον αφορά τη διάταξη των κατοικιών στο πλαίσιο του οικισμού. Η Ντόρα Κόνσολα επισημαίνει το γεγονός πως κανένας οικισμός δεν έχει ανασκαφεί πλήρως αλλά αποσπασματικά και προβαίνει σε μια ανάλυση που στηρίζεται σε τρία επίπεδα . Αναφέρεται συγκεκριμένα στο μακροεπίπεδο, το μεσοεπίπεδο και το μικροεπίπεδο. Καθένα απ αυτά σχετίζεται, αντίστοιχα, με την θέση που κατέχει ένας οικισμός στο χώρο , με τη δομή που εμφανίζει και γίνεται η οργάνωση του και με  το σχέδια που ακολουθούν οι κτιριακές εγκαταστάσεις[6]. Για το μακροεπίπεδο ήδη εχει αναφερθεί παραπάνω με τι κριτήρια γινόταν η επιλογή των χώρων εγκατάστασης. Στο μεσοεπίπεδο η πολεοδομική οργάνωση φανερώνει πως σπάνια οι οικισμοί καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση .Συνήθως φτάνουν στα 30 στρέμματα. Πολλούς απ΄ αυτούς όπως στη Ραφηνα , στο Ασκηταριό, στη Θήβα και στη Μάνικα τους περιβάλλει απλό οχυρωματικό τείχος. Μόνο στη Λέρνα της Αργολιδας ο περίβολος αυτός είναι διπλός και πιο σύνθετος. Διακρίνονται επίσης κι άλλα έργα κοινής ωφέλειας, όπως είναι λιθόστρωτοι δρόμοι μικρού πλάτους. Όσον αφορά το   μικροεπίπεδο, τα κτίσματα στηρίζονται σε λίθινες βάσεις κι οικοδομούνται με άψητες πλίνθους. Τα κτίσματα που πραγματικά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι εκείνα που χαρακτηρίζονται ως «ειδικών ή κεντρικών λειτουργιών»[7]. Οι χρήση των κτιρίων αυτών για λειτουργίες θρησκευτικές ,διοικητικές ή και οικονομικές αποτελεί φαινόμενο πρωτογενούς αστικοποίησης. Τέτοιου είδους κτιριακές εγκαταστάσεις έχουν βρεθεί σε αρκετά σημεία. Τα πιο σημαντικά βρίσκονται στη Λέρνα (η «Οικία των Κεραμών» κα ι το κτίριο PJ) και στην Αίγινα (η Λευκή οικία) .Τα κτίρια αυτά έχουν σύνθετη διαρρύθμιση με πλευρικούς διαδρόμους ,μάλλον είναι διώροφα και κατασκευαστικά πολύ προσεγμένα. Διαμορφωμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετούν τις ανάγκες για τις οποίες προορίζονταν[8].
  Τη δομή και τη λειτουργία των κτιριακών αυτών συγκροτημάτων θα πρέπει κανείς να τη δεί ως προμήνυμα για εκείνο που θα ακολουθήσει κατά τη μεσομινωική εποχή . Στη Κρήτη μέχρι το 2000 π.Χ. οι προαστιακοί οικισμοί ανέρχονται περίπου στους 100 ανάμεσα τους και η  Κνωσός. Στους μνημειακούς θολωτούς τάφους οι ταφές πιθανολογούνται πως γίνονται κατά γένη αποκαλύπτοντας  έτσι μέρος της δομής της κοινωνίας . Ένα ακόμα ενδιαφέρον συμπέρασμα προκύπτει από τη χρήση των εγχάρακτων σφραγίδων που βρέθηκαν, οι οποίες μαρτυρούν πως οι άνθρωποι αρχίζουν και δρουν πια ως προσωπικότητες με συνείδηση της ταυτότητάς τους και της ατομικής τους ιδιοκτησίας [9]. Η τέχνη, σημαντική παράμετρος έκφρασης της ανθρώπινης ανησυχίας, εκδηλώνεται αυτή τη χρονική περίοδο. Στους τάφους της  Χαλανδριανής της Σύρου βρέθηκαν σημαντικά κινητά ευρήματα . Τηγανόσχημα αγγεία και ειδώλια ανθρώπινων μορφών από μάρμαρο και σε στάση όπου τα χέρια είναι διπλωμένα αποτελούν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του κυκλαδικού πολιτισμού. Αυτά τα ευρήματα μαζί με τις βραχογραφίες[10] αποτυπώνουν την καλλιτεχνική αναζήτηση και τον προβληματισμό του ανθρώπου της εποχής. Στο Βορειοανατολικό Αιγαίο ένας σημαντικός οικισμός απέναντι από τον Ελλήσποντο, η Πολιόχνη, φαίνεται να πρωτοπορεί  στον πολεοδομικό σχεδιασμό, μα το ενδιαφέρον εστιάζεται στην κοινωνική συμπεριφορά των μελών που ελοχεύει και σπέρματα πολιτικής αντίληψης. Σημαντικά κτίρια αποτελούν η αποθήκη της κοινότητας που χρησίμευε για τη διατήρηση του γεωργικού πλεονάσματος και ένας στενόμακρος χώρος που απαρτιζόταν από δυο σειρές λίθινων βαθμίδων κατά μήκος των μακρών πλευρών του . Το δεύτερο κτίριο έχει ονομαστεί βουλευτήριο, λόγω της χρηστικής του λειτουργίας σύμφωνα με τη θεώρηση των ειδικών[11]. Άραγε εδώ αποδεικνύεται μια πρώιμη πολιτική ωρίμανση  ή η χρήση του συγκεκριμένου οικήματος απέχει πολύ απ αυτό ; εάν ισχύει η πρώτη εκδοχή που συνάδει και με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, όπου οι οικίες παρουσιάζουν διαφοροποιήσεις  μεταξύ τους, πρόκειται πραγματικά για ψήγματα δημοκρατίας όπου όλοι μαζί συναποφασίζουν  ή τούτη η άσκηση λανθάνουσας εξουσίας είναι προνόμιο των πιο οικονομικά εύρωστων;

  Στα τέλη της 3ης χιλιετίας για κάποιο λόγο ο οποίος δεν είναι εμφανής οι οικισμοί του βορειοανατολικού Αιγαίου, αλλά και του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου εκτός της Κρήτης, εγκαταλείπονται [12]. Στις Κυκλάδες η παραγωγή ντόπιων κεραμικών συνυπάρχει με προϊόντα κεραμικής που προέρχονται από τον ελλαδικό χώρο και τη μινωική Κρήτη[13].  Η Κρήτη  αποτελεί το μόνο νησί στο οποίο ο εξ αστισμός όχι μόνο συνεχίζεται μα παίρνει τη μορφή της αστικοποίησης και μάλιστα  ενός αυτοκρατορικού συστήματος. Στη Κνωσό , τα Μάλλια , τη Φαιστό ,τη Ζάκρο και στην αρχαία Κυδωνία κάνουν την εμφάνισή τους μεγαλοπρεπή κτίσματα που έχουν τη μορφή του ανακτόρου. Τα ανάκτορα αυτά έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Είναι κτίρια πολυώροφα, αποτελούνται από πολλά διαμερίσματα και τα χαρακτηρίζει η πολυτέλεια . τα συνθέτουν Αίθουσες με διαφορετική χρήση  . Ουσιαστικά ο χώρος του ανακτόρου εξυπηρετούσε σχεδόν όλες τις ανάγκες μιας κοινωνικής ομάδας,  καθώς συστέγαζε από εργαστήρια, βιοτεχνίες και αποθήκες  έως αίθουσες θεαμάτων και χώρους λατρείας. Έξω από τα ανάκτορα σχηματίζονταν πόλεις με  πολυώροφες κατοικίες. Η Κνωσός υπήρξε το κέντρο του μινωικού πολιτισμού. Το δαιδαλώδες ανάκτορό της έμεινε παροιμιώδες και τροφοδότησε το μύθο του Μινώταυρου.  Πέρα από το μύθο, το ανάκτορο στεγάζει τη κεντρική εξουσία, φορέας της οποίας είναι ο βασιλιάς. Το πολιτικό μόρφωμα έχει το χαρακτήρα της συγκεντρωτικής εξουσίας και η άσκηση της πραγματοποιείται μέσα από ένα γραφειοκρατικό σύστημα το οποίο στεγάζεται στο χώρο του ανακτόρου. Το σύστημα έχει τον πλήρη έλεγχο της γεωργικής παραγωγής , της βιοτεχνικής δραστηριότητας και των εμπορικών συναλλαγών. Τα ανάκτορα είναι ένας οργανισμός όπου όχι μόνο έχουν την έδρα τους όλες οι διοικητικές υπηρεσίες, αλλά είναι και χώρος διαμονής των υπαλλήλων που τις απαρτίζουν .[14] Για τη διευκόλυνση του ελέγχου τόσο της παραγωγής όσο της οργάνωσης χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ένα σύστημα γραφής,η ιερογλυφική γραφή και στη συνέχεια η γραμμική Α. Η οικονομία του βασιλείου στηρίζεται στη βιοτεχνία, στο εμπόριο, στη ναυσιπλοΐα ,στην εξαγωγή προϊόντων κεραμικής και μεταλλουργίας .Ωστόσο δε λείπει  η γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή[15].Η τέχνη των μινωιτών χαρακτηρίζεται από την υψηλή αισθητική και την άρτια τεχνική της. Σημαντικό κομμάτι για την ιστορία της τέχνης αποτελούν οι τοιχογραφίες. Η τεχνική της  νωπογραφίας με παραστάσεις ζώων ή ανθρώπων υιοθετήθηκε αργότερα και στις Κυκλάδες αλλά και στις Μυκήνες[16]. Μια άλλη παράμετρος είναι ο έντονος θρησκευτικός χαρακτήρας που διαπότιζε όλο το βασίλειο. Ο ίδιος ο βασιλιάς είχε και το ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη . Σύμβολα πίστης και εξουσίας, όπως τα κέρατα ταύρου ή ο διπλός πέλεκυς,  κάνουν την εμφάνισή τους. Όσον αφορά την κοινωνική διαστρωμάτωση, κάτω από το βασιλιά βρισκόταν η αριστοκρατία η οποία απαρτιζόταν από τους αξιωματούχους του ανακτόρου. Ακολουθούσε η κοινωνική ομάδα των ειδικευμένων τεχνιτών , βιοτεχνών και εμπόρων. Ο απλός λαός βρισκόταν στη βάση αυτής της πυραμίδας .
   Με δάνεια της μινωικής Κρήτης που ωστόσο αφομοιώθηκαν με τον καλύτερο τρόπο, αναπτύσσεται κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα ένας άλλος πολιτισμός,ο Μυκηναϊκός[17]. παρά τις όποιες ομοιότητες, Τα μυκηναϊκα βασίλεια διαφέρουν ως προς τη δομη από το ανακτορικό πρότυπο της μινωικης εποχής. Ο μυκηναίος βασιλιάς είναι ο απόλυτος ρυθμιστής της πολιτικής ζωής .Η κεντρική εξουσία βρίσκεται στον απόλυτο έλεγχο του. Δεν διατηρεί όμως και το θρησκευτικό ρόλο, όπως συνέβαινε στη Μινωική Κρήτη. Αυτός ο ρόλος κι η ευθύνη μεταπήδησαν σε μια νέα κοινωνική ομάδα,το ιερατείο[18]. Σημαντική προσθήκη αποτελεί και ένα νέο κοινωνικό στρώμα που εμφανίζεται κι απαρτίζει τη βάση της πυραμίδας .Είναι οι δούλοι ,αποτέλεσμα της μυκηναϊκης εξάπλωσης στη Μεσόγειο ,μέσω της ναυτιλίας και του εμπορίου[19]. Οι δυο αυτές νέες κοινωνικές ομάδες θα παίξουν ενεργό ρόλο και στις επόμενες εποχές τόσο στην αρχαϊκή όσο και στην κλασική εποχή.
 Κλασική εποχή

   Στην αρχαιότητα ο όρος  «πόλις»  είχε δίσημη  έννοια. Από τη μια νοούνταν ως ένας γεωγραφικός χώρος και από την άλλη ως πολιτική έκφραση. Η πόλη-κράτος συμπεριλάμβανε και τους δυο αυτούς όρους. Οι πόλεις κράτη δε κάλυπταν τεράστιες εκτάσεις και συνήθως, όπως συνέβη στην Αθήνα και αναφέρει ο Αριστοτέλης, ήταν αποτέλεσμα συνενώσεων κωμών «με στόχο την αυτάρκεια των κατοίκων»[20]. Η αυτάρκεια μαζί με την αυτονομία και την ελευθερία αποτέλεσαν τις κύριες επιδιώξεις του πολίτη κατά τη κλασική εποχή[21].Η οργάνωση των πόλεων –κρατών κινήθηκε τόσο σε πολιτικό όσο και σε στρατιωτικό επίπεδο.Έτσι κάθε πόλη διαμόρφωσε τους δικούς της κανόνες αποκτώντας ιδιαίτερη φυσιογνωμία. Επειδή σαφώς είναι δύσκολο η εργασία να επεκταθεί σε κάθε μια πόλη ξεχωριστά η ανάγκη χρησιμοποίησης παραδείγματος είναι αναγκαία. Σ’ αυτή τη περίπτωση η πόλη-κράτος που θα χρησιμοποιηθεί είναι η Αθήνα. Δυο σημαντικά γεγονότα υπήρξαν συστατικά στοιχεία για την  κοινωνικοοικονομική και πολιτική φυσιογνωμία της πόλης.  Η πτώση της τυραννίδας κατά τον 6ο αι. π.Χ.  και η άνοδο του Κλεισθένη στην εξουσία που έφερε σ’ επαφή το λαό μ΄ένα νέο σύστημα διακυβέρνησης , τη δημοκρατία. Το δεύτερο στοιχείο υπήρξε η νίκη εναντίων των Περσών[22] όπου η Αθήνα πρωτοστάτησε και καρπώθηκε αργότερα μεγάλα οφέλη ως εμπνευστής και διαχειριστής της μεγάλης συμμαχίας των Αθηνών . Η ανάπτυξη της τέχνης, μα και τον γραμμάτων, αποτέλεσαν μια άλλη σημαντική παράμετρο για τη διαμόρφωση της τελικής εικόνας της .Ο φιλοσοφικός στοχασμός επηρέασε ακόμα και την αρχιτεκτονική της . Η χωροταξική της συγκρότηση αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο τον ιδιαίτερο δημόσιο χαρακτήρα της. Το πολίτευμα της Αθήνας, η δημοκρατία, εμποτίζει όλες τις πτυχές της ζωής των κατοίκων. Η ρυμοτομία , η αρχιτεκτονική , η τέχνη έχουν άμεση εξάρτηση .Ο δημόσιος χώρος απέκτησε τη μέγιστη σημασία και μια σειρά από διοικητικά κτίρια καταλαμβάνουν χώρο στο κέντρο της πόλης όπως η εκκλησία του δήμου , το πρυτανείο, οι αίθουσες δικαστηρίων ,το θέατρο όπου πραγματοποιούνταν οι γενικές συνελεύσεις ,η αγορά, εστία εμπορικών συναλλαγών ,η ακρόπολη με τον ιερό της τον Παρθενώνα , το νεκροταφείο του Κεραμικού κ.α. [23]Εντυπωσιακή είναι η ταύτιση του πολίτη με το κράτος .Σε αυτό το συμπέρασμα προβαίνει κάποιος μελετώντας και συγκρίνοντας αντίστοιχα τις ιδιωτικές κατοικίες από τη μία και από την άλλη τα πολυτελή αξιοθαύμαστου κάλλους δημόσια κτίρια. Οι ιδιωτικές οικίες μοιάζουν φτωχές λιτές κι απέριττες. Πρόκειται για μια αντίθεση που προξενεί δέος;;. Το ενδιαφέρον του πολίτη εστιάζεται στο γενικό καλό του κράτους και όχι στην ιδιωτική αυτοπροβολή. Εξάλλου κάθε παρέκκλιση από το γενικό κανόνα στιγματιζόταν με αυστηρά επικριτικό ύφος[24] .Έτσι τα σπίτια μεταξύ τους δε διέφεραν σημαντικά κι ούτε αναδείκνυαν την κοινωνική θέση του ιδιοκτήτη. Στο πλαίσο της τυποποίησης των κατοικιών ξέχωρη θέση καταλαμβάνει ο ανδρώνας ως αίθουσα συνεστιάσεων και χώρος συζητήσεων [25].Από τις ταφικές συνήθειες κατά την αρχαϊκή εποχή ξεχωρίζουν οι επιτύμβιες στήλες[26], τα επιβλητικά αγάλματα των κούρων και οι κόρες.Στην κλασική εποχή οι λακκοειδείς ή κεραμοσκεπείς τάφοι είναι οι πιο διαδεδομένοι, όπως και η τα κενοτάφια για όσους πέθαιναν μακριά από την πατρίδα[27].  Η οικονομία της πόλης στηρίχτηκε στο εμπόριο, τη ναυσιπλοοία , στις συμμαχίες, αλλά και στην αποικιοκρατική της πολιτική. Οι συμμαχίες και οι αποικίες της απέφεραν σημαντικά οικονομικά  οφέλη αλλά και δύναμη ισχύος.Η κοινωνική διαστρωμάτωση περιελάμβανε τους πολίτες , τους μετοίκους και τους δούλους. Πολιτικά δικαιώματα είχαν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες, ενώ υποχρεώσεις προς το κράτος όλοι .Οι δούλοι δεν είχαν κανένα δικαίωμα, αλλά μπορούσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους .
Ελληνιστική εποχή

  Η ίδια η πόλη ως θεσμός χρησιμοποιείται από τον Αλέξανδρο, αλλά και τους συνεχιστές του, ως τρόπος εδραίωσης  της κυριαρχία τους  σ’ όλα τα κατακτημένα εδάφη. Ο αστικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός  διαδίδονται σε μεγάλη έκταση . Η ελληνιστική είναι μια γλώσσα τεχνητή που χρησιμοποιείται σ ‘ αυτές τις πόλεις ,επίσης για τη διευκόλυνση του διοικητικού ελέγχου μα και την εκμετάλλευση του εμπορίου. Οι κατακτήσεις προκάλεσαν σημαντικές αλλαγές όχι μόνο στις κατακτημένες περιοχές μα και στις ελληνικές πόλεις.Η συνήθεια μια νέα πόλη να παίρνει το όνομα του ιδρυτή της φανερώνει την τάση των μακεδόνων βασιλέων για αυτοπροβολή.Οι συνέπειες που είχε η κατάκτηση των ελληνικών πόλεων από  το στρατοκρατορικό μακεδονικό κράτος είναι αμφίσημη. Αν και οι πόλεις ανακαινίστηκαν και λαμπρύνθηκαν με παρεμβάσεις  διαφόρων ειδών, έχασαν τα κύρια συστατικά της πόλης-κράτους που ήταν η ελευθερία, η αυτονομία και η αυτοδιαχείρισή τους[28]. Στην οικιστική σύσταση μιας πόλης  οι μακεδόνες βασιλιάδες χρησιμοποιούν το ιπποδάμειο πολεοδομικό σύστημα τροποποιώντας το σε πιο λειτουργικό πλαίσιο. Σύμφωνα μ’ αυτό έχει χτιστεί η Δημητριάς στον Παγασητικό κόλπο.  Οι νησίδες , όπως λέγονται τα οικοδομικά τετράγωνα  στο ελληνιστικό ιπποδάμειο σύστημα, αποτελούν τη βασική αρχή για το σχεδιασμό και το χτίσιμο της πόλης. Χαρακτηριστικό των νησίδων είναι η ομοιομορφία στρατιωτικής αντίληψης , που κατά βάθος κρύβει την επιδίωξη των βασιλέων να τονίσουν την ισότητα μεταξύ των κατακτημένων[29] και φυσικά τη δική τους υπεροχή. Ωστόσο την πόλη την κοσμούν με διάφορα δημόσια κτίρια. Βουλή υπήρχε στη  Κασσάνδρεια ,στους Φιλίππους και στην Αμφίπολη,  ενώ στη Θεσσαλονίκη επιπλέον υπήρχε και εκκλησία του Δήμου. Σε ορισμένες πόλεις ο πληθυσμός κατανέμονταν σε δήμους και φυλές . Η ύπαρξη δε βασιλικών επιστατών στα μεγάλα αστικά κέντρα υποδηλώνει ότι η αυτονομία των πόλεων  περιοριζόταν μόνο σε τοπικό επίπεδο .Ουσιαστικά ο  βασιλιάς  ήταν εκείνος που ασκούσε τον πλήρη έλεγχο[30].Παρ’ όλα αυτά, ένας πολιτειακός θεσμός, η συμπολιτεία, ήταν η μόνη που μπορούσε να ορθώσει το ανάστημά της στη θέληση του μονάρχη[31]. Οι συμπολιτείες μοιάζουν κάπως με τις αμφικτιονίες ή το θεσμό των συμμαχιών της κλασικής εποχής .Το πολίτευμα ήταν συγκεντρωτικό, η  δε μεταβίβαση της εξουσίας ήταν κληρονομική. Καθόλα βασισμένο στη στρατιωτική δύναμη ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό μισθοφορικά στρατεύματα .Η κοινωνία παρουσίαζε ανομοιογένεια κι αυτό είναι φυσικό εάν σκεφτεί κανείς την αχανή έκταση της αυτοκρατορίας. Εκτός από την ανάπτυξη της πολεοδομίας και της  αρχιτεκτονικής, η γλυπτική τέχνη, ζωγραφική και μικροτεχνία άνθισαν .Όπως αναδεικνύεται κι από την τέχνη η ελληνιστική κοινωνία στρέφεται στα προβλήματα που απασχολούν την καθημερινότητα. Ο ρεαλισμός αποτελεί το χαρακτηριστικό της. Το 146 π.χ, οι Ρωμαίοι κατακτούν το ελληνιστικό βασίλειο το οποίο ήδη είχε αρχίσει να παρακμάζει.
Βυζαντινή εποχή

   Η Βυζαντινή εποχή είναι άμεσα συνυφασμένη με την θρησκεία του χριστιανισμού. Η  ανακήρυξη τον 4ο αι.μ.Χ. της  Κωνσταντινούπολης  ως πρωτεύουσας του ρωμαϊκού  κράτους, αλλά και η εγκαθίδρυση του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, αλλάζει άρδην τα μέχρι τότε ισχύοντα δεδομένα[32]. Το επίκεντρο του ιστορικού ενδιαφέροντος μεταφέρεται πια στην Ανατολή. Οι πόλεις ακολουθούν σταδιακά τις μεταβολές που υφίσταται ολόκληρη η κοινωνία. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο πόλεις προ υπάρχουσες, αλλά και νεόδμητες που ιδρύονται για να εξυπηρετήσουν τη στρατιωτική προπαγάνδα, παρουσιάζουν ιδιαίτερα πολεοδομικά χαρακτηριστικά. Σημαντικότερη οικιστική παρέμβαση είναι η δημιουργία οχυρωματικών τειχών που χρησιμεύουν ως προστατευτική ασπίδα[33]. Ένα ακόμα αξιοπρόσεκτο αμυντικό σύστημα ήταν τα «καπετανίκια» όπου  η διοίκηση μιας πόλης περνούσε στα χέρια ενός έμπιστου του αυτοκράτορα που προερχόταν από την αριστοκρατική κοινωνία[34].  Επιδιώκοντας τη προστασία από τους διάφορους εξωτερικούς κινδύνους, που δεν ήταν λίγοι, οι πόλεις σιγα σιγά μετατρέπονται σε απόρθητα κάστρα. Στο εσωτερικό των πόλεων, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, υπάρχουν στοές, πλατείες, δημόσια κτίρια ,δρόμοι , ιδιωτικές κατοικίες ,επαύλεις, κ.α.[35]. Αυτή την εποχή ο διάκοσμος των σπιτιών αποτελείται από ψηφιδωτά και στη νέα αρχιτεκτονική των χώρων η μορφή του τρίκλινου πρωτοστατεί.[36]. Παράλληλα εμφανίζονται και χώροι που έχουν ψυχαγωγικό χαρακτήρα, όπως είναι οι θέρμες ,τα φόρα , οι παλαίστρες, οι αγορές ,τα θέατρα, ο ιππόδρομος[37]. Ο χαρακτήρας της Πόλης είναι αριστοκρατικός κι αυτό γιατί εκεί είναι το κέντρο της αυτοκρατορίας , τα μεγαλοπρεπή κτίρια,  μαζί με τα επιβλητικά βασιλικά ανάκτορα και την Αγιά Σοφιά που αποτελεί θρησκευτικό κέντρο. Αυτός ακριβώς ο αριστοκρατικός χαρακτήρας δεν επέτρεψε στους κατοίκους να σχηματίσουν αστική συνείδηση[38].Αντίθετα η κοινωνία έμενε προσκολλημένη στους παραδοσιακούς θεσμούς και κανόνες αυστηρά δομημένους κάτω κι από την επιρροή του χριστιανισμού. Ιεροτελεστίες και κτιριακές εγκαταστάσεις  ενισχύουν επίσης το μόρφωμα της πόλης. Μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης παραχωρούνται από το κράτος σε αριστοκρατικές οικογένειες ή ακόμα και στην εκκλησία η οποία ως επι το πλείστον δημιουργεί μοναστηριακά συγκροτήματα. Στη Πόλη το διοικητικό και δημοσιονομικό επίπεδο προϋποθέτει ανάπτυξη των γραμμάτων αλλά και των τεχνών. Σ΄αυτό το πλαίσιο κοινωνικές ομάδες ξεπροβάλλουν .Πρόκειται για μορφωμένους πολίτες που ασχολούνται με τη νομική , τη θεολογία. τη ρητορική κ.α.[39] Στη τέχνη η μικροτεχνία πρωτοστατεί .Έτσι αναπτύσσεται μια ισχυρή βιοτεχνική δραστηριότητα, που ήταν σημαντικός παράγοντας για την οικονομία του Βυζαντίου[40]. Το αρχικό αίσθημα πολυτέλειας το οποίο εξυπηρετούσε αρχικά συγκεκριμένες πρακτικές και πολιτικές ανάγκες με τη πάροδο του χρόνου άρχισε να αλλοτριώνει το χαρακτήρα του κυβερνητικού σώματος .Τις αλλαγές στη νοοτροπία στιγματίζει με επικριτικό ύφος ο Μ.Ψελλός στα συγγράμματά του[41].Απ΄’ ότι φαίνεται, πριν από την πραγματική πτώση της Κωνσταντινούπολης στους κατακτητές είχε πραγματοποιηθεί η γενική της κατάπτωση.
Συμπέρασμα

   Στην αρχαιολογία τα ευρήματα της  οικιστικής συμπεριφοράς του ανθρώπου αποτελούν  για τους επιστήμονες  μια από τις πιο σημαντικές ενδείξεις  συμπεριφοράς του ανθρώπου .Ενίοτε αποτελούν και το εφαλτήριο για το διαχωρισμό και την ονομασία των εποχών ειδικά από τη νεολιθική εποχή και έπειτα.  Η εγκατάσταση του ανθρώπου σ’ οργανωμένους οικισμούς δηλώνει την ανάγκη κοινωνικοποίησης του. Το τι ακριβώς θεωρείται οικισμός εξηγεί ο καθηγητής Αλέξανδρος Λαγόπουλος όταν λέει πως πρόκειται για την  ύπαρξη  παραπάνω από δυο κατοικήσιμων οικιών από οικογένειες σ΄ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η οικογένεια αποτελεί μια κοινωνική ομάδα που, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αυτού του είδους η εγκατάσταση μόνιμη ή παροδική παρουσιάζει «αυτοδυναμία λειτουργίας»[42]. Σίγουρα ένας οικισμός εξυπηρετεί τις ανάγκες των ανθρώπων οι οποίες είναι εκείνες που διαμορφώνουν κάθε φορά και τη φυσιογνωμία του. Ο εξ αστισμός των οικισμών πραγματοποιήθηκε σταδιακά .Η  πόλη αν και διατηρεί σ’ όλες τις εποχές κάποια σταθερά χαρακτηριστικά φυσιογνωμικά υποβάλεται σε αλλαγές όποτε η οικονομική, κοινωνική κατάσταση αλλά και το πολιτικό σύστημα επιβάλουν . Διανύοντας το μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα από την πρώιμη εποχή του Χαλκού έως τη Βυζαντινή εποχή οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως η ανθρώπινη δραστηριότητα ωριμάζει ευκολότερα μες σε οργανωμένα  αστικά περιβάλλοντα. Οι λόγοι είναι αρκετοί αλλά ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι αυτός που θέλει τον άνθρωπο να αναδεικνύεται μέσα από τη συλλογικότητα παρά  μέσα από την απομόνωσή του . Προς αναζήτηση λοιπόν της ευδαιμονίας  η πόλη παρέχει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις και  συνθήκες που χρειάζεται ένα  πολιτικό ον όπως άνθρωπος ,σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, για να την επιτύχει .


εργασία: Mπαϊράμη Γεωργία



[2] Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους στο Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο ,ΕΑΠ , Πάτρα σελ.78
[3] Στο ίδιο σελ.81
[4] Στο ίδιο                                                                     
[5] Στο ίδιο σελ.82
[7] Στο ίδιο
[8] Στο ίδιο
[9]Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους ,σελ.85
[10] Στο ίδιο σελ.86
[13] Ο.π. Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους σελ.97
[14] Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία , ΕΑΠ , Πάτρα 2002, σελ. 59
[15] Στο ίδιο ,σελ. 61
[16] Α.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Προϊστορική και Κλασική Τέχνη στο Τέχνες Ι: Ελληνικές  Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας. ΕΑΠ. Πάτρα 2002, σελ. 99
[17] Ο.π. Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία ,σελ. 62
[18] Στο ίδιο, σελ.63
[19] Στο ίδιο, σελ.66
[20] Στο ίδιο, σελ. 84
[21] Στο ίδιο
[23] Στο ίδιο
[24] Ο.π. Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους, σελ169.
[26] Ο.π. Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους, σελ183
[29] Στο ίδιο
[30] ο.π. Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία ,σελ.154
[31] Στο ίδιο, σελ. 175
[33] ο.π. Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία , σελ. 198
[35] ο.π. Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία , σελ. 199
[36] Στο ίδιο, σελ.200
[37] Στο ίδιο, σελ.201
[38] A.KAZHDAN-A.EPSTEIN, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα,ΜΙΕΤ ,ΑΘΗΝΑ 2004, σελ. 96
[39] Στο ίδιο, σελ. 111
[40] Στο ίδιο, σελ. 224
[41] Στο ίδιο, σελ. 337


 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Α.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Προϊστορική και Κλασική Τέχνη στο Τέχνες Ι: Ελληνικές  Εικαστικές Τέχνες, Επισκόπηση Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας. ΕΑΠ. Πάτρα 2002

A.KAZHDAN-A.EPSTEIN, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα,ΜΙΕΤ ,ΑΘΗΝΑ 2004

Θ.ΒΕΡΕΜΗΣ, Ο Αρχαίος Ελληνικός Κόσμος στο Ελληνική Ιστορία , ΕΑΠ , Πάτρα 2002

Π.ΠΕΤΡΙΔΗΣ, Κύρια Αρχαιολογικά Πεδία στον Ελληνικό Χώρο και η πολιτισμική Αξία τους στο Αρχαιολογία στον Ελληνικό χώρο ,ΕΑΠ , Πάτρα

 σύνδεσμοι








Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment