«Τεχνικές και επαγγέλματα. Μια εθνολογική προσέγγιση»



Ευδοκία Ολυμπίτου, «Τεχνικές και επαγγέλματα. Μια εθνολογική προσέγγιση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 1, Αθήνα 2003, σ. 305-316.
Η ιστορία των τεχνικών διαγράφει τη δική της πορεία παράλληλα με την ιστορία των μεγάλων γεγονότων, της κίνησης των ιδεών, της οικονομίας, του εμπορίου, της τέχνης. Αν οι δρόμοι διάδοσης των νεωτερισμών στην ελληνική κοινωνία είναι ως ένα βαθμό κοινοί, ωστόσο διαφέρουν οι ρυθμοί των τεχνολογικών εξελίξεων και μετασχηματισμών. Και αυτό γιατί οι τεχνικές δυνατότητες βελτιώνονται αργά, οι καινοτομίες και οι πειραματισμοί είναι σε αυτή την εποχή ελάχιστοι και αφορούν μόνο κάποιες εξειδικευμένες δραστηριότητες, οι εγκαταστάσεις είναι στοιχειώδεις και ο μηχανολογικός εξοπλισμός ανύπαρκτος. Παραμένει εξάλλου γεγονός ότι η εμπορεύσιμη παραγωγή προέρχεται από τη μεταποίηση των βασικών αγροτικών προϊόντων: το μαλλί, το βαμβάκι, το μετάξι, το λάδι και το κρασί. Στα προϊόντα αυτά στηρίζεται μια βιοτεχνία που αξιοποίησε προς όφελός της την οικονομική συγκυρία και τις ιδιομορφίες του οθωμανικού κόσμου. Ήταν, άλλωστε ο μοχλός που απέδωσε μία νέα φυσιογνωμία στους πληθυσμούς και τους οικισμούς της υπαίθρου, διαμορφώνοντας θύλακες οικονομικής ευμάρειας και πολιτιστικής άνθισης που θα συμβάλλουν στην προετοιμασία της Επανάστασης. Θα μπορούσαμε εδώ να θυμηθούμε ολόκληρους οικισμούς ή ομάδες χωριών που ειδικεύονται σε συγκεκριμένες τεχνικές: τα χωριά του Πηλίου, τα Ζαγοροχώρια, την ορεινή Γορτυνία, κ.ά. Οι εγγενείς όμως ιδιαιτερότητες και τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά αυτής της βιοτεχνικής δραστηριότητας την καθιστούσαν ιδιαίτερα ευαίσθητη απέναντι στις προκλήσεις και τους ανταγωνισμούς της αρχόμενης βιομηχανική εποχής.
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα εντοπίζονται αξιοσημείωτες μεταβολές στη δομή και την οργάνωση των μεταποιητικών δραστηριοτήτων, με σημείο αιχμής τη διασπορά των τεχνικών και τη δημιουργία πολλαπλών εστιών ανάπτυξής τους σε διάφορες περιοχές του ελληνικού χώρου. Το φαινόμενο της τεχνικής εξειδίκευσης και της εξόδου του αντρικού πληθυσμού για αναζήτηση εργασίας εντοπίζεται στις πιο δυσπρόσιτες και άγονες περιοχές του ηπειρωτικού και του νησιωτικού χώρου. Εκεί όπου η δημογραφική αύξηση των αρχών του 18ου αιώνα προκαλεί έντονη ανισορροπία ανάμεσα στους πληθυσμούς και τους διαθέσιμους φυσικούς πόρους.
Αν οι πόλεις μονοπωλούσαν μέχρι τότε την επαγγελματική ενασχόληση με τη μεταποίηση και τη βιοτεχνική παραγωγή, με κύρια μορφή την εργαστηριακή συντεχνιακή οργάνωση της εργασίας, τώρα στην ύπαιθρο αξιοποιείται η η στοιχειώδης τεχνική παράδοση των πληθυσμών με ποικίλους τρόπους. Καταρχήν προσφεύγουν σε εποχικές μετακινήσεις και περιοδείες –ατομικές ή ομαδικές- για αναζήτηση εργασίας και προσφορά ειδικών τεχνικών γνώσεων, κάποιοι ειδικευμένοι τεχνίτες μεταναστεύουν αργότερα στις πόλεις με σκοπό να ενταχθούν στα εργαστήρια και στις συντεχνιακές δομές, κυρίως όμως αξιοποιούν την δική τους αγροτική παραγωγή, την οποία μεταποιούν και διοχετεύουν στην αγορά.
Οι παραπάνω εξελίξεις ήταν περισσότερο έντονες στην υφαντουργία και μάλιστα στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές του τουρκοκρατούμενου ελληνικού χώρου. Η πρόσβαση στην πρώτη ύλη (κυρίως το μαλλί και το βαμβάκι), οι διαθεσιμότητες σε τρεχούμενο νερό και ξυλεία (για την επεξεργασία των υφασμάτων) προστίθενται στις συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη μιας βιοτεχνικής παραγωγής νήματος και υφαντών. Η διεύρυνση της ζήτησης υφαντουργικών προϊόντων που παρατηρείται σε όλο το 18ο αιώνα έδωσε τη δυνατότητα στους παραγωγούς νήματος, υφάσματος και ενδύματος να αυξήσουν την παραγωγή τους αλλά και να την διακινήσουν συνήθως οι ίδιοι, στις τοπικές ή και στις δυτικοευρωπαϊκές αγορές. Η ήδη αναπτυγμένη οικοτεχνία που εξασφάλιζε την εμπειρία και την τεχνική δεξιότητα αξιοποιείται τώρα στην παραγωγή προϊόντων ικανών να διεισδύσουν στο εμπορικό κύκλωμα. Η επεξεργασία οργανώνεται κυρίως στο εσωτερικό του νοικοκυριού, ακολουθώντας μια κατανομή της εργασίας κατά φύλο και ηλικία: οι γυναίκες και τα παιδιά γνέθουν και υφαίνουν, οι άντρες ράβουν, μεταφέρουν και εμπορεύονται τα προϊόντα τους.
Αλλά και στο νησιωτικό χώρο αναπτύσσονται την ίδια περίοδο ποικίλες βιοτεχνικές δραστηριότητες, ενώ παράλληλα ενισχύεται η τάση της συστηματικής ενασχόλησης με τεχνικά επαγγέλματα. Από ντόπιες ή εισαγόμενες πρώτες ύλες (όπως το μετάξι, το βαμβάκι, ο πηλός, το ξύλο, το μάρμαρο, κλπ) παράγονται λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένα βιοτεχνικά αγαθά, που διοχετεύονται στις νησιωτικές αγορές ή σε μακρινές αποστάσεις. Η εμπορευματοποίηση της βιοτεχνικής παραγωγής των νησιών ευνοείται από τις γενικότερες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής που επέτρεψαν την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου. Ωστόσο το φαινόμενο δεν διαχέεται με τον ίδιο τρόπο σε όλο τα νησιά. Η γεωγραφική τους θέση, οι διαφορετικές διαδοχικές κυριαρχίες που επιβλήθηκαν στην περιοχή, οι μεταξύ τους επικοινωνίες αλλά και οι σχέσεις τους με τη Δύση και την Ανατολή διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν σημαντικές τοπικές ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες. Η δημογραφική και οικονομική συγκυρία, η άνοδος της ζήτησης και ο εκχρηματισμός της οικονομίας λειτουργούν ευνοϊκά σε αυτή την κατεύθυνση.
Φαίνεται τελικά ότι οι σχετικά απροσπέλαστες γεωγραφικές περιοχές, τα βουνά και τα νησιά, επωφελούνται από τις νέες συνθήκες. Και αυτό γιατί οι συγκεκριμένοι πληθυσμοί διαθέτουν ετοιμότητες που προκύπτουν από ένα φυσικό περιβάλλον, το οποίο επιβάλλει ένδεια και καταναγκασμούς, ενώ παράλληλα ευνοεί τη φυσική κίνησή τους και προκαλεί την αναζήτηση συμπληρωματικών διεξόδων επιβίωσης.
Ωστόσο, εκτός από τη διακίνηση αγαθών, απαντά στις ορεινές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας αλλά και στο νησιωτικό χώρο το φαινόμενο της εποχικής αποδημίας τεχνιτών. Γεωγραφικές, οικονομικές, κοινωνικές και γενικότερα ιστορικές συνθήκες καθόρισαν σε κάθε περίπτωση και σε διαφορετικό βαθμό το φαινόμενο της μετακίνησης εργατικής δύναμης από τους τόπους καταγωγής σε άλλους του χερσαίου ή του νησιωτικού χώρου για την εξεύρεση εργασίας. Συνήθως οι τοπικοί τεχνίτες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε κοντινές αποστάσεις ανταποκρινόμενοι σε ανάγκες των γειτονικών οικισμών ή των πλησιέστερων νησιών. Όμως όταν οι πόροι δεν επαρκούσαν και η ζήτηση ήταν αυξημένη, η διασπορά των ανθρώπων ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Για παράδειγμα, οι Στεμνιτσιώτες τεχνίτες, οι Καλαρρυτινοί μαστόροι, οι Τηνιακοί μαραγκοί και μαρμαροτεχνίτες ή οι αγγειοπλάστες της Σίφνου ταξίδευαν ακόμη και σε μακρινές αποστάσεις για να ασκήσουν την τέχνη τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι περιοδικές μετακινήσεις συνοδεύτηκαν από περιστασιακή ή και μόνιμη εγκατάσταση σε τόπους που πρόσφεραν σταθερή και συνεχή απασχόληση. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερη πύκνωση σε πόλεις του ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου, σε αστικά κέντρα των μικρασιατικών ακτών και στην Κωνσταντινούπολη. Εξάλλου οι πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα εμπορικά της κέντρα, και ιδιαίτερα η πρωτεύουσα υπήρξαν πόλοι έλξης διαφόρων επαγγελματιών.
Το φαινόμενο της εξειδίκευσης γεωγραφικών περιοχών σε συγκεκριμένες τεχνικές σχετίζεται συνήθως με την παραγωγή και τις επαγγελματικές δραστηριότητες του αγροτικού πληθυσμού και συνδέεται είτε με την εποχική και μετακινούμενη εργασία είτε με την επιτόπια συγκέντρωση εργαστηρίων, τα οποία ειδικεύονται στην κατεργασία και μεταποίηση της ίδιας πρώτης ύλης. Θα μπορούσαμε ίσως να σκεφτούμε ότι ο «μονοεπαγγελματισμός» εκφράζει αφενός την αναγκαιότητα της πολυπραγμοσύνης ως μέσου επιβίωσης και αφετέρου αντανακλά τις περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες των πληθυσμών του αγροτικού χώρου.
Αν όμως τα «μονοτεχνικά» χωριά χαρακτηρίζονται συνήθως από την εξειδίκευση στην κατεργασία και τη μεταποίηση ενός μόνο υλικού, στις πόλεις αναπτύσσεται μια ποικιλία επαγγελμάτων και εργαστηρίων, που απασχολούν σημαντικό αριθμό τεχνιτών οργανωμένων σε συντεχνίες. Συνεπώς, κατά τη χρονική περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, η διεύρυνση της βιοτεχνικής δραστηριότητας πήρε ποικίλες μορφές: οικοτεχνική και εργαστηριακή παραγωγή, συντεχνιακή οργάνωση και μεμονωμένοι τεχνίτες, οργανωμένα εργαστήρια και μετακινούμενη εργατική δύναμη που αναζητά εργασία. Σε όλους όμως τους τομείς μεταποίησης πρώτων υλών κυριαρχεί η χειροτεχνική δραστηριότητα και η εμπειρική γνώση των τεχνικών που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά.
Η υφαντουργία παρέμεινε σε όλο τον 18ο αιώνα η σημαντικότερη δραστηριότητα, με πολλά κέντρα παραγωγής. Εύλογα, λοιπόν, οι περιηγητές γράφουν ότι «όπου και να πήγαινες, από τη Θράκη ως την Πελοπόννησο, και από την ΄Ηπειρο ως την Κρήτη, έβλεπες στον δρόμο γυναίκες και κορίτσια να γνέθουν μαλλί ή βαμβάκι στη ρόκα και να στρίβουν με τ’ αδράχτι ή να τακτοποιούν τα νήματα που θα χρησιμοποιούσαν στον αργαλειό».
Το μάλλινο και βαμβακερό υφαντό ύφασμα κάλυπταν όλες τις ενδυματολογικές και οικιακές ανάγκες των πληθυσμών, ενώ στα περισσότερα σπίτια υπήρχαν αργαλειοί για οικιακή χρήση. Από τα μέσα του ίδιου αιώνα η νηματουργία και η υφαντική τείνουν να αποκτήσουν μορφή βιοτεχνίας, αν και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής διεξαγόταν στο οικιακό εργαστήριο. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις αναπτύχθηκαν οργανωμένα υφαντουργεία που διάθεταν σημαντικό εργατικό δυναμικό. Στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία φαίνεται ότι τα επαγγέλματα και οι συντεχνίες που σχετίζονταν με την υφαντουργία υπερτερούσαν συντριπτικά έναντι των άλλων. Την ίδια εποχή αναδείχθηκαν σε σημαντικά νηματουργικά κέντρα τα Αμπελάκια και ο Τύρναβος της Θεσσαλίας με την παραγωγή και βαφή ερυθρών βαμβακερών νημάτων με ριζάρι (είδος φυτού, το οποίο λέγεται και αγριοβάφι, αλιζάρι σχοινοβάφι). Ειδικά τα Αμπελάκια γνωρίζουν μια ξεχωριστή οικονομική άνθιση που οφειλόταν στα νηματοβαφεία τους που λειτουργούσαν με συνεταιριστική οργάνωση. Στα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχαν εκεί 24 εργαστήρια, στα οποία γνέθονταν και βάφονταν 2.500 μπάλες βαμβάκι. Τα κόκκινα βαμβακερά νήματα που παρήγαγαν προορίζονταν κυρίως για τη Γερμανία
Γενικότερα, ο χρωματισμός γινόταν συνήθως με βαφή του νήματος πριν την ύφανση. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνταν διάφορες φυτικές ουσίες, ενώ οι τεχνικές της βαφής βασίζονταν στην οικογενειακή ή την επαγγελματική παράδοση και χαρακτηρίζονταν από εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία που μεταφερόταν από γενιά σε γενιά. Κυρίως όμως αφορούσαν ειδικευμένα βιοτεχνικά κέντρα όπως τα Αμπελάκια, ήταν μυστικές και προστατεύονταν από τους κανονισμούς της συντεχνιακής οργάνωσης.
Στις πόλεις η εργαστηριακή νηματουργία και υφαντουργία αναπτύχθηκαν στα πλαίσια της συντεχνιακής οργάνωσης ειδικευμένων επαγγελματιών, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησαν στο σχηματισμό συντροφιών και εμπορικών εταιριών. Απόρροια των όσων ειπώθηκαν παραπάνω για τη συγκυριακή ανάπτυξη της υφαντουργίας σε αυτή τη χρονική περίοδο είναι η εξειδίκευση των τεχνιτών είτε σε κάποιο στάδιο της παραγωγής είτε στην κατασκευή ενός τύπου υφάσματος ή ενδύματος. Έτσι στη Μακεδονία και τη Φιλιππούπολη υφαίνονταν μάλλινοι αμπάδες, στα Ιωάννινα και στη Ζαγορά ράβονταν κάπες ενώ στη Βέροια υφαίνονταν αποκλειστικά πετσέτες. Όλα αυτά τα βιοτεχνικά προϊόντα που αποτελούσαν μεταποίηση της τοπικής παραγωγής προορίζονταν κυρίως για εξαγωγή.
Στην Κοζάνη, μέχρι και τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, η εργαστηριακή υφαντουργία εξασκούνταν σε εργαστήρια από τους τεχνίτες και τους βοηθούς τους που ήταν αποκλειστικά άνδρες. Το επάγγελμα του υφαντή θεωρούνταν προσοδοφόρο, ενώ η συντεχνία τους είχε σημαντική αριθμητική και οικονομική δύναμη. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις υπήρξαν προβλήματα ανάμεσα στις συντεχνίες για τον ακριβή προσδιορισμό της απασχόλησης και την οριοθέτηση της παραγωγής της κάθε μιας. Από τη Λάρισα διασώζεται μια απόφαση των μέσων του 18ου αιώνα, για τη ρύθμιση της αντιδικίας ανάμεσα στους «πανάδες» και τους «μανδηλάδες». Με την απόφαση αυτή οι πανάδες είχαν δικαίωμα να δουλεύουν «όλην την άσπρην τέχνην», ενώ οι μανδηλάδες μόνο τα γαλάζια νήματα και ούτε καν τα απαραίτητα «ασπρικά» για τη δική τους ενδυμασία.
Οι κάλτσες, οι δαντέλες και τα κεντήματα ήταν προϊόντα οικοτεχνικής παραγωγής, ενώ η ραπτική υπήρξε επαγγελματική απασχόληση τεχνιτών εγκατεστημένων σε πόλεις και πλανόδιων ραφτάδων προερχόμενων κυρίως από τον ορεινό ηπειρωτικό χώρο. Η τέχνη τους ήταν συνήθως κληρονομική και τα παιδιά μαζί με τα μυστικά της κληρονομούσαν και την πελατεία του πατέρα τους. Στις πόλεις ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες και χωρίζονταν σε διάφορες ειδικότητες ανάλογα με το είδος του ενδύματος που έραβαν ή την τεχνική της διακόσμησής του. ΄Ετσι υπήρχαν ράφτες, χρυσοραφτάδες ή χρυσοκεντητές («τερζήδες»), καποτάδες ή καπάδες, αμπατζήδες κ.ά.. Συντεχνία ραφτάδων αναφέρεται στα Ιωάννινα από το 17ο αιώνα, αποτελείται από 150 άτομα και είναι μία από τις σημαντικότερες της πόλης. Κατά την εποχή του Αλή Πασά δούλευαν στην πόλη, σύμφωνα με την παράδοση, χίλια διακόσια βελόνια, δηλαδή χίλιοι διακόσιοι τεχνίτες. Στην Κοζάνη υπάρχει συντεχνία ραπτών τουλάχιστον από τα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ στη Λάρισα αναφέρεται ράφτης σε έγγραφο του 1662.
Σε όλη αυτή τη χρονική περίοδο το μετάξι ήταν το εκλεκτότερο νήμα από το οποίο γίνονταν πολυτελή υφάσματα και ενδύματα που διοχετεύονταν στο εξαγωγικό εμπόριο και σε μια εύπορη πελατεία. Η μεταξουργία, γνωστή στον ελληνικό χώρο από τη βυζαντινή εποχή, γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στο Μυστρά από τον 14ο αιώνα. Από τον 16ο αιώνα περιοχές ολόκληρες ειδικεύονται στην καλλιέργεια της μουριάς, στην εκτροφή των μεταξοσκωλήκων και στην κατασκευή χειροποίητου μεταξωτού νήματος. Στα βενετοκρατούμενα νησιά των Κυκλάδων, στη Χίο, στην Εύβοια, στη Βοιωτία, στη Θεσσαλία, στο Σουφλί και στη νότια Πελοπόννησο αναπτύχθηκε αυτή η εμπορευματική δραστηριότητα, διατηρώντας τον οικοτεχνικό της χαρακτήρα.
Στη Χίο παράγονταν περίφημα μεταξωτά υφάσματα που τροφοδοτούσαν τις αγορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Βενετίας. ΄Ενας Σουηδός ταξιδιώτης, ο Michael Olofson Eneman, που επισκέφθηκε το 1711 τη Χίο, εντυπωσιάστηκε από τη μεταξοβιομηχανία του νησιού: «το χιώτικο μετάξι είναι το καλύτερο μαζί με το μετάξι της Προύσας, της Κρήτης και της Τύνιδας. [...] Οι πλουσιότεροι κάτοικοι μετακομίζουν κάθε άνοιξη, μαζί με τα παιδιά τους και τους υπηρέτες τους στο εξοχικό περιβόλι, στον πύργο τους όπως λένε, και εκεί ασχολούνται έξι ως οκτώ μήνες με τη σηροτροφία και την επεξεργασία του μεταξιού. Συχνά όλη η διαδικασία, από το κουκούλι ως το ύφασμα, γίνεται μέσα στην ίδια την οικογένεια. Κι ας έχει περάσει η πρώτη ύλη από δεκατρία χέρια. ΄Υστερα ο παραγωγός στέλνει κρυφά το προϊόν του στη Σμύρνη ή την Πόλη χωρίς να πληρώνει καθόλου εργατικά. Κάπου 800 αργαλειοί υφαίνουν μόνο δαμάσκο και κατάι (ποικιλίες μεταξωτών υφασμάτων)».
Η βυρσοδεψία είναι μια μεταποιητική δραστηριότητα που παρουσιάζει αναλογίες με την υφαντουργία. Χρησιμοποιούσε μια πρώτη ύλη –το δέρμα- που προερχόταν από την τοπική αγροτική παραγωγή και παρήγαγε μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων. Είναι όμως και μια δραστηριότητα που στο πέρασμά της από την αυτοκατανάλωση στην εμπορεύσιμη παραγωγή θα αποκτήσει στοιχειώδεις εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και βιοτεχνικό χαρακτήρα. Εδώ η μεταποίηση θα περάσει από τα χέρια των κτηνοτρόφων σε εξειδικευμένους τεχνίτες που εργάζονταν σε εργαστήρια –«τα ταμπάκικα»- με ειδικές χειρωνακτικές μεθόδους, τουλάχιστον ως τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Στα τέλη του 18ου αιώνα, στην ΄Αμφισσα (Σάλωνα) η παραγωγή των βυρσοδεψείων έφτανε τα 40.000 κομμάτια ετησίως.
Η υποδηματοποία, δραστηριότητα συναφής με τη βυρσοδεψία, ασκείται από ειδικευμένους τεχνίτες στα αστικά κέντρα της Αυτοκρατορίας. Στα μεγάλα εργαστήρια κάθε τεχνίτης είχε την ειδικότητά του: ράφτης, καλουπτζής, σολιατζής, λουστραδόρος, ενώ οι βοηθοί, «τα τσιράκια», έκαναν διάφορες βοηθητικές εργασίες. Στην Κοζάνη απαντώνται οργανωμένοι σε συντεχνία τουλάχιστον από το 1768, στα Ιωάννινα, κ.α., οι συντεχνίες των παπουτσήδων και των τσαρουχάδων ήταν από τις σημαντικότερες και πολυπληθέστερες στην πόλη). Παράλληλα με τον καταμερισμό, απαντάται και ειδίκευση στο είδος του παπουτσιού που κατασκεύαζε κάθε τεχνίτης. ΄Ετσι οι συντεχνίες στις οποίες εντάσσονταν ήταν πολλές: των παπουτσήδων (στη Θράκη οι παπουτσήδες κατασκεύαζαν παντόφλες, στα Ιωάννινα τα ραφτά παπούτσια), των τσαρουχάδων, των γεμενιτζήδων (τα γεμενιά ήταν ραφτά παπούτσια από μαλακό φτηνό δέρμα χωρίς καρφιά και πρόκες), των κουντουράδων (κατασκευαστές καρφωτών παπουτσιών), των μπαλωματήδων (πρόκειται για τους επιδιορθωτές, οι οποίοι δεν αποτελούσαν πάντα χωριστή συντεχνία και ήταν συχνά πλανόδιοι τεχνίτες). Αντίθετα από τον αστικό, στον αγροτικό χώρο η υποδηματοποιία ανήκει μερικώς ή εξ ολοκλήρου στις τεχνικές που με πρωτόγονα μέσα εξασκούσαν αρχικά οι ίδιοι οι χωρικοί και η οποία σταδιακά πέρασε -μάλλον κατά τον 20ό αι.- σε ειδικευμένους επαγγελματίες.
Ο Παναγής Σκουζές αφηγούμενος τη ζωή του, περιγράφει τις περιπέτειές του σε ένα παπουτσίδικο που τον είχε βάλει ο πατέρας του ως μαθητευόμενο στα τέλη του 18ου αι. «[...] ήτον ένας Αθηναίος εις το χωρίον Βασιλικόν της Χαλκίδος, μόλις δύο ώρας μακριά, κάποιος Διονύσιος Κάσταγλης, παπουτσής την τέχνην. Ο πατήρ μου με έδωσεν εις αυτόν, [...] δια να με μάθει την τέχνην, μόνο και μόνο να με ζωοτρέφει. Αλλά αυτός ήτον πολλά μέθυσος. Καθημερινώς με έδερνε [...] μετά τόσες τυραννίες με σήκωνεν από τα μεσάνυχτα να ράφτω και μια νυχτιά με σήκωσε τα μεσάνυχτα και μ' έδωσε ένα πετζί να το πάγω, να το μοσκέψω, έξω του χωριού, οπού ήτον μία σύναξις του νερού, πλησίον εις ένα πηγάδι. Εγώ επήρα το πετζί, επήγα, και το έβαλα εις το νερό. ΄Ητον χειμώνας. Ετραβήχθηκα και ήμβα εις μίαν αχυρώνα βοδιών και εκεί με πήρεν ο ύπνος. [...] ήρθεν ο μάστορης ζητώντας με, ηύρε το πετζί, αλλά δεν με βρίσκει εμένα. [..] Προς την αυγή, εξύπνησα, και γυρεύω το πετζί, αλλά το είχε παρμένο. Πηγαινάμενος εις τον μάστορά μου, μου έδωκεν ένα ξύλο τόσο δυνατό! (Γ. Βαλέτας, 1958, 83-85).
Αν και τα μεταλλικά αντικείμενα είναι διαδεδομένα στον ελληνικό χώρο, οι τεχνικές των μετάλλων δεν γνωρίζουν σημαντική τεχνολογική εξέλιξη σε αυτή τη χρονική περίοδο. Οι πρώτες ύλες σπανίζουν, καθώς τα μεταλλεία είναι λίγα και η λειτουργία τους συνδυάζεται με ένα καθεστώς παροχής προνομίων, φοροαπαλλαγών αλλά και καταναγκαστικής εργασίας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαίνεται ότι οι κάτοικοι διαφόρων περιοχών απέκρυπταν την ύπαρξη μεταλλευμάτων από την οθωμανική διοίκηση και απέφευγαν με κάθε μέσο την εξόρυξή τους. Από όσο γνωρίζουμε η χύτευση των μετάλλων γινόταν με θέρμανση στη φωτιά, ενώ δεν διαθέτουμε μαρτυρίες που να μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι υπήρχαν εκείνη την εποχή υψικάμινοι.
Τα μέταλλα κυρίως εισάγονταν, καμιά φορά εισάγονταν και τα ίδια τα μεταλλικά αντικείμενα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης και της Μ. Ασίας. Πολλές φορές τα ευρωπαϊκά προϊόντα συγκεντρώνονταν στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί διοχετεύονταν σε διάφορες αγορές της Αυτοκρατορίας. Ο Νικόλαος Παπαδόπουλος, στην Εμπορική του Εγκυκλοπαίδεια αναφέρει ότι τα καρφιά εισάγονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από την Ολλανδία και την Τεργέστη, ενώ η διακίνησή τους -σε ακατέργαστη ή επεξεργασμένη μορφή- υπόκεινταν σε έλεγχο και περιορισμούς.
Οι τεχνικές κατασκευής και συντήρησης μετάλλινων αντικείμενων ταυτίστηκαν με μια ποικιλία επαγγελμάτων ανάλογα με το είδος της πρώτης ύλης στο οποίο ειδικεύονταν οι τεχνίτες. Οι σιδεράδες, οι χαλκουργοί, οι χρυσοχόοι, οι λευκοσιδηρουργοί, οι καλαϊτζήδες ή γανωτήδες αποτελούν διαφορετικές επαγγελματικές ομάδες, που εφαρμόζουν τεχνικές με πολλά κοινά γνωρίσματα, οι οποίες συχνά λειτουργούν συμπληρωματικά μεταξύ τους. ΄Αλλοτε πάλι οι τεχνίτες των μετάλλων παίρνουν το όνομά τους από τα αντικείμενα που κατασκευάζουν: μαχαιράδες, καμπανάδες, κλειδαράδες, πεταλάδες, φαναρτζήδες, ντουφεξήδες κ.ά.
Οι σιδηρουργοί υπήρξαν μία από τις σημαντικότερες επαγγελματικές ομάδες στις κοινωνίες του παρελθόντος. Σε όλη τη χρονική περίοδο στην οποία αναφερόμαστε οι αγροτικοί πληθυσμοί πολύ συχνά δεν κατέφευγαν στην αγορά για την προμήθεια των απαραίτητων αγαθών για τη συντήρησή τους. Ενώ ήταν δυνατόν να κατεργαστούν μόνοι τους τα δέρματα, να υφάνουν, να ράψουν, να φτιάξουν παπούτσια, να κατασκευάσουν έπιπλα, να κτίσουν τα σπίτια τους, δεν μπορούσαν να κατεργαστούν τα μέταλλα. Χρειάζονταν τους σιδηρουργούς για την κατασκευή και συντήρηση των εργαλείων, των σκευών, των πετάλων, των όπλων. Επιπλέον οι σιδηρουργοί κατασκεύαζαν τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν όλοι οι υπόλοιποι τεχνίτες.
Οι τεχνίτες των μετάλλων ανήκουν και αυτοί σε δύο μεγάλες ομάδες: σε εκείνους που διατηρούσαν εργαστήρια ή εργάζονταν μόνιμα στις πόλεις και σε εκείνους που μετακινούνταν ανάμεσα στα χωριά ή από τα χωριά προς τις πόλεις για την αναζήτηση πελατείας. Οι περιοδείες αυτές ήταν -όπως και στην περίπτωση των κτιστών- σε αρκετές περιπτώσεις εποχιακές και είχαν ομαδικό χαρακτήρα.
Κατά το 18ο αιώνα η ανάπτυξη του εμπορίου και οι οικονομικές δυνατότητες των πληθυσμών επέτρεψαν την άνθηση επαγγελμάτων και τεχνικών που σχετίζονται με την επεξεργασία των ευγενών μετάλλων, όπως συνήθως ονομάζονται ο χρυσός και το ασήμι. Οι ασημιτζήδες και οι χρυσικοί («κοεμτζήδες» και «κουγιουμτζήδες»), που εργάζονταν στα εργαστήριά τους ή ταξίδευαν από τόπο σε τόπο, κατασκεύαζαν διάφορα εκκλησιαστικά και κοσμικά αντικείμενα, σκεύη και κοσμήματα.
Τα κέντρα άνθησης της μεταλλοτεχνίας είναι διάσπαρτα στον ελληνικό χώρο. Εντούτοις σε ορισμένες περιοχές, όπως στην ΄Ηπειρο, παρατηρείται, σε όλο το 18ο και ως τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, ανάπτυξη των τεχνικών επεξεργασίας ενός, κυρίως, μετάλλου. ΄Ετσι, οι τεχνίτες των Ιωαννίνων ειδικεύονταν στην αργυροχοΐα, οι Καλαρρυτινοί και οι Μετσοβίτες στη χρυσοχοΐα, τα χωριά της περιοχής Φιλιατών στη Θεσπρωτία στην επικασσιτέρωση (γάνωμα) σκευών.
Η περισσότερο ειδικευμένη τεχνική που αξιοποιεί το ξύλο ως πρώτη ύλη είναι η ναυπηγική, για την οποία οι μαρτυρίες πριν από τον 18ο αιώνα είναι περιορισμένες και σποραδικές. Υπήρχαν διάσπαρτα μικρά ναυπηγεία τουλάχιστον από τα τέλη του 16ου αι., δεν γνωρίζουμε όμως την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας τους, τις τεχνικές και τα εργαλεία των τεχνιτών, τον καταμερισμό εργασίας και τον αριθμό των απασχολούμενων στην κατασκευή των διαφόρων πλοιαρίων. Οι ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες που έχουν διασωθεί δεν δίνουν σαφή εικόνα για τα είδη και τα μεγέθη των πλοίων. Πολύ συχνά χρησιμοποιούνται όροι όπως «πλοία», «καΐκια», «καράβια», «βάρκες», «σαντάλια». Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι οι ΄Ελληνες επιδίδονταν στη ναυτιλία και το εμπόριο, ήταν ικανοί ναυπηγοί και επιδέξιοι θαλασσοπόροι, ενώ πραγματοποιούσαν συχνά ταξίδια μέχρι τα λιμάνια της Αδριατικής. Οι χειρόγραφοι ελληνικοί πορτολάνοι του 16ου αιώνα αποτελούν ήδη σημαντική απόδειξη των ναυτιλιακών τους δραστηριοτήτων.
Γνωρίζουμε όμως ότι ορισμένες νησιωτικές και παράκτιες περιοχές ήταν υποχρεωμένες να τροφοδοτούν με σκάφη και ναυτικούς τον οθωμανικό στόλο, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μνημονεύονται, ήδη από τον 16ο αι., μετακινήσεις τεχνιτών από ναυπηγείο σε ναυπηγείο, επιβεβλημένες από την οθωμανική διοίκηση. Εκτός όμως από τις αναγκαστικές μετακινήσεις ναυπηγών, υπήρχαν και εκούσιες που γίνονταν για την εξυπηρέτηση των αυξημένων αναγκών ορισμένων περιοχών.
Οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες που επικράτησαν στο Αιγαίο από τα μέσα του 17ου και ιδιαίτερα κατά το 18ο αι. ευνόησαν την ανάπτυξη του εμπορίου και επέτρεψαν στους έλληνες ναυτικούς και πλοιοκτήτες να αυξήσουν και να βελτιώσουν το στόλο τους, ενώ νέα ναυπηγικά κέντρα ιδρύονται σε νησιά του Αιγαίου και παράκτιες περιοχές, εκεί όπου αναπτύσσονται οι θαλάσσιοι εμπορικοί δρόμοι.
Οι ναυπηγικές εγκαταστάσεις («ταρσανάδες», «αρσανάδες», «καρνάγια») είναι παραθαλάσσιες και συνήθως συγκεντρωμένες η μία δίπλα στην άλλη στις παρυφές των οικισμών. Βρίσκονται σε ασφαλείς υπήνεμους όρμους, ενώ κριτήριο για την επιλογή της θέσης τους αποτελεί ακόμη η ομαλότητα των ακτών και το κατάλληλο βάθος της θάλασσας για τις ναυπηγικές εργασίες και τις καθελκύσεις. Οι ναυπηγικές εργασίες απαιτούν την συνύπαρξη στον ίδιο χώρο προσώπων ειδικευμένων σε διαφορετικές εργασίες, οι οποίες αντιστοιχούν με τις φάσεις κατασκευής του σκάφους (καραβομαραγκοί, ξυλουργοί, καλαφάτες κλπ). Στα μεγάλα ναυπηγεία το προσωπικό ήταν πολυάριθμο και οργανωμένο σε συντεχνίες με εσωτερική ιεραρχία. Στα μικρά ναυπηγεία ο ναυπηγός σχεδίαζε και κατασκεύαζε μόνος του το σκάφος με τη βοήθεια λίγων βοηθών.
Τα μέταλλα, τα σχοινιά και οι μακαράδες [τροχαλίες] του σκάφους εισάγονταν από την Αγγλία κυρίως ή την Τεργέστη. Κατά τον 19ο αιώνα δημιουργήθηκαν σε περιοχές με μεγάλα ναυπηγεία βιοτεχνίες και σιδηρουργεία που κατασκεύαζαν σκοινιά, μακαράδες, άγκυρες και άλλα σιδερένια στοιχεία των πλοίων. Τα πανιά κατασκευάζονταν από λινάρι ή βαμβάκι και υφαίνονταν σε περιοχές που υπήρχαν υφαντουργικά εργαστήρια. Για τα μεγάλα όμως σκάφη τα πανιά ήταν και αυτά εισαγόμενα από τη Δύση.
Τα περισσότερα από τα τεχνικά επαγγέλματα δεν απαιτούν ειδικές μόνιμες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό. Λίγα εργαλεία και σύνεργα της δουλειάς που μεταφέρονται εύκολα, ένα πρόχειρα στημένο καμίνι για τις ανάγκες της μεταλλουργίας και της κεραμικής είναι αρκετά για τις κομπανίες των χτιστών και των μαρμαράδων, τις ομάδες των αγγειοπλαστών και των βαρελοποιών, τους μοναχικούς γανωτζήδες και ραφτάδες που γύριζαν από τόπο σε τόπο και συχνά περιόδευαν σε όλη τη Βαλκανική.
Οι σημαντικότερες από τεχνική άποψη, παραγωγικές εγκαταστάσεις ήταν εκείνες που αξιοποιούσαν φυσικές ενεργειακές πηγές, όπως την ανθρώπινη μυϊκή δύναμη, τα ζώα, τη ροή του νερού και την πνοή του ανέμου. Με αυτό τον τρόπο κινούσαν μηχανές που προσαρμόστηκαν σε διάφορες χρήσεις: μύλους, νεροπρίονα για την κοπή δέντρων, μαγκάνια για την άντληση νερού, μπατάνια και νεροτριβές για την επεξεργασία υφασμάτων. Οι υδροκίνητες εγκαταστάσεις αξιοποιήθηκαν εκεί όπου υπήρξαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις (ροή και ποσότητα νερού), εκεί όμως που δεν υπήρχε νερό αξιοποιήθηκε η δύναμη του ανέμου. Κύριος προορισμός τους ήταν το άλεσμα των σιτηρών για την παραγωγή αλευριού, η πολτοποίηση της ελιάς για την παραγωγή λαδιού, αλλά και το άλεσμα δεψικών υλών στα βυρσοδεψεία, το τρίψιμο του μπαρουτιού κλπ.
Βιβλιογραφία
Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη Ελένη, «Συμβολή στην ιστορία της οικονομικής, κοινωνικής και εκπαιδευτικής ζωής της Λάρισας κατά την Τουρκοκρατία», Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά 3 (1990), 255-332.
Αγριαντώνη Χριστίνα, “Προσεγγίσεις στο βιομηχανικό τοπίο των Κυκλάδων”, Κυκλάδες. Ιστορία του τοπίου και τοπικές ιστορίες, Αθήνα, Κ.Ε.Ρ.Α./Ε.Ι.Ε., 1998, σ. 394-421.
Βάος Ζαφείρης - Νομικός Στέφανος, Ο ανεμόμυλος στις Κυκλάδες, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1993.
Δαμιανίδης Κώστας, Ελληνική Παραδοσιακή Ναυπηγική, Αθήνα, Π.Τ.Ι. Ε.Τ.Β.Α., 1998
Ζαρκιά Κορνηλία, Η προβιομηχανική βυρσοδεψία στην Ελλάδα, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ - Γενική Γραμματεία Περιφερείας Πελοποννήσου, Αθήνα 1997.
Ιστορία της Νεοελληνικής Τεχνολογίας (Πρακτικά Α΄ Τριημέρου Εργασίας, Πάτρα 21-23 Οκτωβρίου 1988), Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα 1991.
Μπουρδάρα Καλλιόπη, «Η οικονομική δραστηριότητα της Ελληνίδας στο Βυζάντιο και στην Τουρκοκρατία. (Η γυναικεία συντεχνία των Τρικάλων)», Τρικαλινά 6 (1986), 123-135.
Παναγιωτόπουλος Βασίλης, “Ο οικονομικός χώρος των Ελλήνων στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας”, ανατύπωση από το περιοδικό Επιλογή, 1993.
Παπαγεωργίου Γ., Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα (Αρχές 19ου αι. ως 1912), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, εκδ. Ι.Μ.Α.Χ., Ιωάννινα 1982.

Παπαθανάση-Μουσιοπούλου Κ., «Συνθηματικές γλώσσες. Εθνολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις» Α' Συμπόσιο Γλωσσολογίας του Βορειοελλαδικού χώρου, 1977, 265-283.

Παπαθανάση-Μουσιοπούλου Κ., Συντεχνίες και επαγγέλματα στη Θράκη 1685-1920, εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα 1985.
Ρόκου Βάσω, «Η ορεινή πόλη της κτηνοτροφίας, πόλη της υπαίθρου. Τρία ηπειρωτικά παραδείγματα: Μοσχόπολη, Μέτσοβο, Συρράκο», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας «Νεοελληνική πόλη. Οθωμανικές κληρονομιές και ελληνικό κράτος», τ. Α΄ , Αθήνα 1985, 75-82.
Σαλαμάγκας Δ., «Τα ισνάφια και επαγγέλματα επί Τουρκοκρατίας στα Γιάννινα», Ηπειρωτική Εστία 8 ( 1959), 136-140, 214-218, 311-315, 387-396, 482-486, 563-569
Σορδίνας Αύγ., «Οι παραδοσιακοί αλευρόμυλοι της Κέρκυρας. Χερόμυλοι, νερόμυλοι, ατμόμυλοι, αλογόμυλοι», Κερκυραϊκά Χρονικά 25 (1981), 85-160.
Σταλίδης Κ., Οι συντεχνίες και τα επαγγέλματα στην ΄Εδεσσα την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Φιλοπρόοδος Σύλλογος Εδέσσης «Μέγας Αλέξανδρος», ΄Εδεσσα 1974.
Το Μετάξι στη Δύση και την Ανατολή, Πρακτικά Συμποσίου, Υπουργείο Πολιτισμού - Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης, Αθήνα 1993.
Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία 1715-1828, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1986.
Χατζημιχάλη Αγγελική, «Ραπτάδες - Χρυσορράπτες και καποτάδες» Αφιέρωμα στη μνήμη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Αθήνα 1960, 445-473.

Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment