Ο χορός στην Ανατολική Ρωμυλία



Πρόλογος Μόσχου Τερζίδη 3/3

Ο χορός ήταν μια ομαδική εκδήλωση. Πιάνονταν συνήθως από τα ζωνάρια, με
σταυρωτά τα χέρια ή από τα μεσαία δάχτυλα των χεριών. Υπήρχαν πολλές
παραλλαγές χορού, από τον «ντιούζικο» - στρωτός θα πει – μέχρι την
«μπαϊντούσα» που ήταν γεμάτος κίνηση, πηδήματα και κούραση. Εκτός από
το τραγούδι, πολλές φορές ακούονταν και οι φωνές των χορευτών με
επιφωνήματα χαράς. Στον χορό πιάνονταν πολλοί, χόρευαν με ομοιόμορφα
βήματα όλοι, δεν ήταν προνόμιο των πρώτων. Πάντως ήταν τιμή για τον
πρώτο να σέρνει τον χορό και πολλές φορές γίνονταν καυγάδες ποιος θα
σύρει τον χορό. Αγόρια και κορίτσια πιάνονταν ανακατεμένα και κατά
προτιμήσεις φιλίας ή συγγένειας ο χορός συνεχιζόταν με τα τραγούδια των
κοριτσιών και με διαλείμματα. Ώσπου το απόγευμα άρχιζαν να καταφθάνουν
πρώτα οι μανάδες κοριτσιών και αγοριών, για να δουν το χορό, ν’
ακούσουν τα τραγούδια και προπαντός να παρακολουθήσουν μ’ ενδιαφέρον με
ποιόν «χοράτεψε» σήμερα η κόρη της, ποιος της έκανε την τιμή να χορέψει
μαζί της. Μα και οι μάνες των αγοριών το ίδιο παρακολουθούσαν. Ποια
τραγουδάει καλά, ποια έχει χρυσοστολισμένα ρούχα, ποια καλή συμπεριφορά.
Καθισμένες στα χορτάρια ή σε πέτρες, κάτω από δέντρα ή σε μια σκιά, μανάδες και γιαγιάδες παρακολουθούσαν τον χορό.
Αργότερα
καταφθάνει, στις μεγάλες γιορτές και ο γαϊτατζής, με όλη την
μεγαλοπρέπεια φουσκώνει την γκάιντα, δοκιμάζει και τον «μπούρο» και
αρχίζει ο χορός για τα καλά. Πρώτα τραγούδι και γκάιντα εναλλάσσονται.
Από τα μαγαζιά ξεσηκώνονται οι νιόπαντροι, οι μερακλήδες στο χορό, που
δεν κρατιόνται, τρέχουν πιάνονται με τα νιάτα, κοντά στ’ αδέλφια τα
μικρότερα, οι αδερφές στους αδερφούς. Τώρα παίζει μόνο η γκάιντα.
Ο
χορός έχει κορυφωθεί, οι χορευτές έχουν ιδρώσει, βρίσκονται σε μια
έκσταση, χορεύουν πηδηχτά, χτυπούν πόδια, τινάζουν κορμιά, κεφάλια,
χέρια πίσω μπρος, κάθονται απότομα, σηκώνονται τρέχουν γοργά, γρήγορα.
Αλλά
ο ήλιος πάει να βασιλέψει, τα πρώτα μουγκρητά ακούστηκαν, είναι η αγέλη
του χωριού που γυρίζει από την βοσκή. Ένα δυνατό σφύριγμα απ’ όλα τα
αγόρια και ο χορός διαλύεται. Τα κορίτσια δυο δυο φεύγουν, κάποτε τα
συνοδεύουν τα αγόρια μέχρι το σπίτι τους.
Το τραγούδι κι ο χορός ήταν μια εκδήλωση εσωτερική, μια ανάγκη. Δεν
ήταν η απλή ψυχαγωγία. Χορός γινόταν κάθε Κυριακή και κάθε μεγάλη
γιορτή που ήταν αργία, εκτός από τις Κυριακές της μεγάλης Σαρακοστής
(εφ’ όσον το επέτρεπε ο καιρός).
Με
το μεσημεριανό φαγητό, που συνήθως γινόταν νωρίς, οι κοπέλες του χωριού
και τα αγόρια μαζεύονταν στην πλατεία του χωριού. Πρώτα έκαναν την
εμφάνιση τα αγόρια, παρέες – παρέες, συζητώντας για τις δουλειές και τα
προβλήματά τους. Σε λίγο πρόβαλαν οι κοπέλες συνήθως δυο – δυο. Ήταν
έθιμο η κάθε κοπέλα νάχει τη «συντρόφισσά της», τη φιλενάδα της,
αχώριστες μέχρι να παντρευτούν. Σπάνια να χωρίσουν δυο φιλενάδες. Τα
αγόρια τις υποδέχονταν με σφυρίγματα και εκδηλώσεις χαράς. Εκεί άρχιζαν
συζητήσεις παρέα αγόρια και κορίτσια.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η
ηλικία γάμου ήταν από τα 16 μέχρι 20 χρονών. Επίσης η συναναστροφή
αγοριών και κοριτσιών καθόλου δεν παρεξηγιόταν. Μάλιστα η αγάπη ήταν
κάτι το ανώτερο σεβαστό απ’ όλους. Όχι μόνο δεν εθεωρείτο κακό το
κορίτσι να αγαπά κάποιον, να σχετίζεται, μάλιστα ήταν τιμή και
περηφάνια. Γνωστό σε όλο το χωριό κι’ όλοι το σέβονταν.
Κουρασμένα
από τις αγροτικές γεωργικές δουλειές τ’ αγόρια, όλη τη βδομάδα στα
χωράφια και στα λιβάδια, περίμεναν πως και πότε θα φτάσει η Κυριακή να
πάνε στο χορό. Τα κορίτσια πάλι με τον αργαλειό, το κέντημα όλη μέρα
κλεισμένα στο σπίτι, δεν περίμεναν και εκείνα λιγότερο.
Την Κυριακή,
μετά το μεσημεριανό φαγητό άρχιζαν οι ετοιμασίες για την έξοδο. Να
καλοχτενίσουν τα μαλλιά τους, να αλλάξουν τα ρούχα, να φορέσουν τα
γιορτινά. Και με την συντρόφισσα τους, όπως λέγανε την φιλενάδα, να
βγουν στο «μεσοχώρι», στη πλατεία. Μα κει θα είχαν πάει νωρίτερα τ’
αγόρια, τις περίμεναν. Και μόλις φαίνονταν, δεν ήξεραν πώς να
φανερώσουν την χαρά τους. Πολλές φορές τις υποδέχονταν με σφυρίγματα
και φωνές. Κι’ όταν έφταναν άρχιζαν την πρώτη επαφή: μια ανασκόπηση για
τις δουλειές της εβδομάδας, τα γεγονότα του χωριού και λίγο
«κουτσομπολιό». Σε λίγο θάβλεπες, αποτραβηγμένα από το πλήθος, σε μια
άκρη, στη σκιά ενός δέντρου ένα αγόρι κι’ ένα κορίτσι, ή το πολύ δύο
κορίτσια και δύο αγόρια, να σιγανοκουβεντιάζουν ώρες ατελείωτες. Ξάφνου
την ησυχία και ηρεμία του δειλινού διέκοπταν από ένα τραγούδι.
«Παλικάρια όλα ίσα και ψηλά σαν κυπαρίσσια, να μη λάχει και
παντρευτείτε γιατί θα μετανοηθείτε».
Τον κάθε στίχο επαναλάμβαναν
δυο άλλα αγόρια. Έτσι πρώτα δυο δυο άρχιζαν το τραγούδι χωρίς καμιά
παρόρμηση, αλλά γιατί έτσι αισθάνονταν. Τέσσερα – πέντε αγόρια,
πιασμένα από τα ζωνάρια με σταυρωτά τα χέρια, άρχιζαν να χορεύουν τον
«ντιούζικο» δηλ. τον στρωτό, τον συρτό σαν να λέμε. Σε λίγο έμπαιναν
και τα κορίτσια και τότε γινόταν ένας τεράστιος κύκλος με αγόρια και
κορίτσια ανάκατα, ανάλογα με τις συμπάθειες, αϊγόρα κοντά στην αϊγορή,
ξάδερφος κοντά στην ξαδέρφη, γείτονας κοντά στην γειτόνισσα και χόρευαν.

Για περισσοτερα στοιχεια στο εξαιρετικό blog του κυρίου Τερζίδη που εχει κανει απιστευτη δουλεια !
ακολουθειστε απλα το συνδεσμο! http://monastiriotes.blogspot.com
_________________
Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment