ΜΟΣΧΟΣ ΤΕΡΖΙΔΗΣ(1ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ-ΕΚΔΟΣΗ Π.Ο.Σ.Α.Ρ)



ΜΟΣΧΟΣ ΤΕΡΖΙΔΗΣ


ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ Ι. ΜΑΜΑΛΟΥΔΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ (1ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΡΩΜΥΛΙΑΣ-ΕΚΔΟΣΗ Π.Ο.Σ.Α.Ρ)

Απρίλιος του 1925. Μεγάλη Εβδομάδα. Μια απέραντη εμπορική αμαξοστοιχία, έφθανε στο σιδηροδρομικό σταθμό Δομοκού, κουβαλώντας 200 οικογένειες πρόσφυγες.
Η είδηση, ότι, έρχονται πρόσφυγες και μάλιστα να εγκατασταθούν στο τσιφλίκι του Μαραθέα, ξάφνιασε τους κατοίκους των γύρω χωριών. Από τα γειτονικά χωριά, Πουρνάρι, Σκάρμιτσα, Βαρδαλή, Σοφιάδα, ήρθαν να τους καλωσορίσουν, και να τους γνωρίσουν από κοντά.
Θα θυμούνται ακόμα, δίχως άλλο, οι παλιοί Δομοκίτες την Επιτροπή Αποκατάστασης, που ανέβηκαν στο Δομοκό, για να ζητήσουν τη βοήθεια της Αρχής-Αστυνομίας για την εγκατάσταση στο νέο χωριό, το Νέο Μοναστήρι.
Διαλεγμένοι όλοι, -ένας και ένας-, ψηλοί) καλά κορμιά, πλατιά στήθια, ροδοκόκκινοι, μελαχρινοί, με κανονικά χαρακτηριστικά. Καλοντυμένοι με βαριά μάλλινα ρούχα, -τα φουντωτά σαλβάρια-, τα φαρδιά κόκκινα ζωνάρια με τις άσπρες ρίγες, τους έσφιγγαν τη μέση. Γιλέκια και καβάδια με πολλά σειρήτια. Πουκάμισα με όρθιους γιακάδες, κεντημένα μανήκια, τις μέρτζες, οι νέοι. Οι γεροντότεροι φορούσαν τσιπούνια γουνωμένα ή και καπλαμάδες, βαριά παλτά με γούνες από μέσα αντί για φόδρα. Στο κεφάλι, το περίφημο καλπάκι, καμωμένο από μαύρη γυαλιστερή γούνα ή παρόμοιο ύφασμα.
Το ντύσιμό τους, φανέρωνε ανθρώπους που κατέβηκαν από χώρα βορεινή, με ψυχρό κλίμα.
Oλοι τους παρατηρούσαν με περιέργεια και περιεργάζονταν όχι μόνο το παράξενο και άγνωστο για την Ελλάδα ντύσιμο, αλλά και τις αρρενωπές και ωραίες φυσιογνωμίες τους.
Τους έβλεπαν και με συμπάθεια, γιατί το δράμα της προσφυγιάς, πριν τρία χρόνια, το 1922 είχε συγκλονίσει το Πανελλήνιο.
Το δραματικό εκείνο Σεπτέμβρη του 1922, πιο μοιραίο για το Εθνος μας κι απ αυτή της Αλωση της Πόλης το 1453. Οι Ελληνες της Ανατολής, εγκατεστημένοι στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας και της Ιωνίας μέχρι τα βάθη του Πόντου και του Καυκάσου, με ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, με ηρωϊκούς αγώνες χιλιετηρίδων, όσοι απόμειναν από το μαχαίρι του Τούρκου, από το χαλασμό και τις φλόγες, αρπάχτηκαν από τα μαύρα κύματα της ιστορίας, κύματα που τα φούσκωνε ο εθνικός διχασμός και πετάχτηκαν τραγικά στα βράχια της Δυτικής Ελλάδας. Όμως, αυτά τα ράκη, μετά από τους θρήνους των πρώτων ημερών, ρίχτηκαν στη δημιουργία και στην πρόοδο. Κι έκαναν θαύματα στα χωράφια και στ αμπέλια, στο εμπόριο και ση βιομηχανία, στις επιστήμες και στα γράμματα.
Εδώ όμως, πρόκειται για τους Ελληνες, που κατοικούσαν στο λεκανοπέδιο του κάτω Τόντζου, της κεντρικής Βορείου Θράκης. Οι οποίοι, σαν Ελληνες που ήταν, μετανάστευσαν σχεδόν όλοι, το 1924, στη μητέρα Ελλάδα, με την εφαρμογή της μεταπολεμικής μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας συνθήκης του Νεϊγύ, της 27 Νοεμβρίου 1919, «Περί αμoιβαίας εθελουσίας μεταναστεύσεως των μειωνοτήτων». Πρέπει να σημειώσουμε ότι αρκετοί Ελληνες είχαν φύγει το 1906, μετά από ένα ανθελληνικό κλίμα των Βουλγάρων και μερικοί το 1914, μετά το δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο.
Ετσι το 1924, όταν επιτράπηκε η προαιρετική μετανάστευση στην Ελλάδα, σύσσωμος ο ελληνισμός της Βορείου Θράκης και όλης της Ανατολικής Ρωμυλίας, υπακούοντας στη φωνή της εθνικής συνειδήσεως, κατέθεσαν πρόθυμοι τις απαραίτητες δηλώσεις, για θεληματική μετανάστευση, αναχώρησαν για την μητέρα Ελλάδα, αφήνοντας πίσω τους ότι ωραίο και μεγάλο δημιούργησαν σ' όλη τους τη ζωή με κόπους και με μόχθους γενεές γενεών.
Στις 14/27 του Σεπτέμβρη του 1924, μαζεύοντας πάνω στα βοϊδάμαξα και στα λιγοστά αλογόκαρα, ότι μπορεί να μαζέψει μιά οικογένεια -μαζί με την Εθνική τους πίστη- ξεκίνησαν σιγά σιγά, με το ρυθμό της εποχής, εκείνης, για το μεγάλο ταξίδι τους στην Ελλάδα. Από το χωριό μας ξεκίνησαν 350 οικογένειες.
Στην τελευταία στροφή του δρόμου, πάνω από έναν ψηλό λόφο, για στερνή φορά, γύρισαν και κοιτάξανε το χωριό. Σφραγίσανε μεσ' στην καρδιά τους την τελευταία ανάμνηση από τα αγαπημένα τους χώματα.
Η μάνα μου θυμάται και μας διηγείται:
Από τότε που τελείωσε ο δεύτερος ο πόλεμος (1918) δεν ησυχάσαμε. Περιμέναμε τους δικούς μας, που είχαν φύγει από το βουλγαρικό στρατό και πέρασαν στις γραμμές του ελληνικού. Τριάντα άτομα περίπου. Τους περιμέναμε να γυρίσουν από την Ελλάδα. Μα και σαν γύρισαν πίσω και πάλι δεν ησυxάσαμε Αρxισαν οι συλλήψεις, ανακρίσεις, κρατητήρια και ξυλοδαρμοί. Τους κατηγορούσαν γιατί φύγαν από το στρατό, ότι ήταν κατάσκοποι και πολλά άλλα: Ετσι άρχισαν να κρύβουνται στο βουνό και σιγά σιγά να φεύγουν πάλι για την Ελλάδα, ευτυχώς τώρα ήταν κοντά στα σύνορα. Πολλοί κρύβονταν βδομάδες και μήνες στο βουνό.
Κι' όταν από την κυβέρνηση Σταμπολίσκυ δόθηκε αμνηστεία, ύστερα από πίεση της Ελληνικής, ότι πρόκειται για αιχμαλώτους και όχι «αυτομολήσαντες", οι φανατικοί Βούλγαροι εύρισκαν και πάλι, αιτίες να τους συλλάβουν και να τους κακομεταχειριστούν.
Εμείς είχαμε τον μπάρμπα-Γιώργο τον Τερζίδη, αδελφό του παππού σου, έφυγε από το Βουλγαρικό στρατό και υπηρέτησε ως λοχίας στον ελληνικό. Τον αδελφό μου, Θόδωρο Σκευούδη, το ίδιο και εκείνος και πολλούς άλλους συγγενείς.
Ολοι οι φευγάτοι μας διηγούνταν για τη θάλασσα της Ελλάδας, το κλίμα, τον ήλιο, τα ψάρια και όλα τ' αγαθά της που γνώρισαν. Μερικοί είχαν φτάσει μέχρι την Κόρινθο. Μα προ παντός για την ελευθερία. Ετσι σε όλους μας γεννήθηκε και γιγαντώθηκε ο πόθος μας να έρθουμε στην Ελλάδα.
Κι' όταν πάρθηκε η απόφαση, άρχισαν οι προετοιμασίες. Περάσαμε το καλοκαίρι του 1924 γεμάτοι όνειρα, συζητήσεις, ελπίδες για τη μητέρα-πατρίδα μας, Ελλάδα.
Γρήγορα και γεμάτοι ενθουσιασμό να θερίσουμε, ν' αλωνίσουμε, να βολέψουμε τα γεννήματά μας, άλλα να πουλήσουμε κι' άλλα να πάρουμε μαζί μας. Θυμάμαι όμως, το καλοκαίρι, μετά τις δουλειές της ημέρας, έρχονταν οι δυό μικρότεροι αδελφοί του παππού σου, ο Νικόλας και ο Γιώργης, μαζί κι' ο πατέρας σου, κάθονταν στο ξεστρόχι -είδος βεράντας σκεπαστής- και ώρες ολόκληρες-με σκυμμένα τα κεφάλια, πότε συζητούσαν και πότε εμεναν αμίλητοι. Ηταν πολύ σκεφτικοί. Ασφαλώς λογάριαζαν, τι άφηναν. Είχαμε καλή οικονομική κατάσταση. Μα και τις δυσκολίες, και τα εμπόδια που θα βρίσκαμε μέχρι ν' αποκατασταθούμε καλά. Και πόσο δεν πέσανε έξω!
Οταν πλησίασαν οι μέρες να ξεκινήσουμε, ο παππούς ετοίμασε δυό πελώρια αμάξια (αραμπάδες). Εστρωσε γερά πατώματα, έβαλε στα πλαϊνά αραμπάτσες (παραπέτες) και για σκέπασμα έκαμε κουρκούλες με βεργιά. Ράψανε οι γυναίκες και καναβόστρωσες -πανιά από κανάβι που ύφαιναν οι γυναίκες μας- και ήταν έτοιμα για βροχή και ήλιο.
Από μέρες αρχίσαμε να τοποθετούμε στ' αμάξια τ' απαραίτητα. Και τι δεν είναι απαραίτητο σ' ένα νοικοκυριό με δυό οικογένειες και οχτώ άτομα; Νοικοκυριό δεκάδων χρόνων.
Την ημέρα που ξεκινήσαμε δε θα την ξεχάσω ποτέ ποτέ!
Σηκωθήκαμε πρωί , με το χάραμα. Φορτώσαμε και τα τελευταία πράγματα. Το σπίτι άδειασε. Ένα εικόνισμα αφήσαμε στο εικονοστάσιο, ανάψαμε και το καντήλι να καίει. Ο παππούς έμπαινε-έβγαινε συνεχώς, με μιά νευρικότητα και τα μάτια του τρέχαν- τρέχαν δάκρυα αδιάκοπα. Είχε κτίσει το σπίτι μόνος του, απέκτησε και μεγάλωσε μέσα πέντε παιδιά, πάντρεψε, έθαψε, γνώρισε χαρές και λύπες σ' αυτό το σπίτι: Εκλαιε συνεχώς, γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο κι' έκλαιε.
- Εγώ κρατήθηκα αρκετά.
- Σε μιά γωνιά του σπιτιού, κάτω από το εικονοστάσι, είχα την κούνια και κοιμόταν μέσα ο αδελφός σου ο Παναγιώτης, μικρός τότε.
Εκανα το σταυρό μου στο εικόνισμα, έσκυψα και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Αδειο το σπίτι, άδεια η κούνια, άδειασε και η καρδιά μου από κουράγιο. Δεν κρατήθηκα, έβαλα τα κλάματα. Ερριξα μια γρήγορη ματιά. Το σπίτι μου φάνηκε σαν ένα απέραντο, χάος. Ετρεξα έξω γρήγορα γρήγορα: Ημουνα η τελευταία που έβγαινε από το σπίτι.
Ζέψαμε τα ζώα στα κάρρα, κάναμε το σταυρό μας πολλές φορές και ξεκινήσαμε.
Ολη την ημέρα, με σκυμμένα τα κεφάλια και τα μάτια βουρκωμένα περπατούσαμε δίπλα στα βαρυφορτωμένα αμάξια, με βαρειά καρδιά. Κάθε δρομάκι, κάθε ρυάκι, κάθε πηγή, κάθε πέτρα που περνούσαμε και αφήναμε ήταν για μας ένα κομμάτι της ζωής μας, που έμεινε πίσω.
Ετσι το πρώτο βράδυ νυχτωθήκαμε στο βουλγαρικό χωριό Γκιαούρ-Αλάν. Ξεζέψαμε τ' αμάξια, έφτασαν τα κοπάδια με τα πρόβατα και η αγέλη με τα μεγάλα ζώα. Πρώτο βράδυ χωρίς σπίτι, χωρίς χωριό, χωρίς πατρίδα. Με βαρειά καρδιά καθίσαμε να φάμε, μπουκιά ψωμί δεν κατέβαινε. Κι' όταν αργότερα ακούστηκαν τα τραγούδια της«σιντιάνκας» μέσα στο χωριό, τότε όλοι μας θυμηθήκαμε τα δικά μας νυχτέρια και τα χαρούμενα βράδια που περνούσαμε. Σταματήσαμε το φαγητό, όλοι, αποσυρθήκαμε σε μιάν άκρη καθένας μας και μέσα μας, στα βουβά, θρηνήσαμε το χωρισμό μας απ' τ' αγαπημένα μας χώματα.
- Ετσι περάσαμε το πρώτο βράδυ της «Εξόδου του Ισραήλ». Και σκουπίζει με το μαντήλι της τα δάκρυα που της φεύγανε.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΣΧΟΥ ΤΕΡΖΙΔΗ «ΟΙ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΕΣ»
Share on Google Plus

About Georgia Bairami

H αγάπη για τον τόπο μας είναι δείγμα πολιτισμού.Τίποτα δε μας ανήκει όλα είναι δανεικά και τα οφείλουμε στις γενιές που ακολουθούν..
    Blogger Comment
    Facebook Comment